Η λεηλασία της Ευρώπης. Μουσουλμάνοι.


978960941024-1000-1039608Marc Bloch, η Φεουδαλική Κοινωνία [έκδοση ΚΑΛΒΟΣ, 1987, μετάφραση Μπάμπη Λυκούδη, σελίδες 29-35].

Ι. Η Ευρώπη λεηλατείται και πολιορκείται.

«Εμπρός σας βλέπετε να ξεσπά η οργή του Κυρίου… Παντού πόλεις εγκαταλειμένες, μοναστήρια γκρεμισμένα και πυρπολημένα, χωράφια που έγιναν ερημότοποι… Παντού ο δυνατός καταπιέζει τον αδύνατο και οι άνθρωποι μοιάζουν με τα ψάρια της θάλασσας που αλληλοκαταβροχθίζονται». Έτσι μιλούσαν, στα 909, οι επίσκοποι της επαρχίας της Ρέμς, συναθροισμένοι στο Τροσλύ. Η φιλολογία του 9ου και 10ου αιώνα, οι Χάρτες (chartes), οι συζητήσεις των συνόδων είναι γεμάτες από τους θρήνους αυτούς. Ας κάνει κανείς όση έκπτωση θέλει του στόμφου καθώς και της απαισιοδοξίας που προσιδιάζει στους εκκλησιαστικούς ρήτορες.

Στο τόσο συχνά διατυμπανιζόμενο αυτό θέμα, που επιβεβαιώνεται άλλωστε από τόσα πολλά γεγονότα, πρέπει να αναγνωρίσουμε κάτι πολύ διαφορετικό από μια κοινοτοπία. Βέβαια, εκείνο τον καιρό τα πρόσωπα που μπορούσαν να δουν και να συγκρίνουν, ιδαίτερα οι κληρικοί, είχαν την αίσθηση ότι ζουν μέσα σε μια απαίσια ατμόσφαιρα αναρχίας και βιαιότητας. Η μεσαιωνική φεουδαρχία βγήκε από τους κόλπους μιας βαθειά ταραγμένης εποχής. Ως ένα βαθμό, γεννήθηκε από αυτές τις ίδιες τις ταραχές. Πολλές λοιπόν, από τις αιτίες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση και τη συντήρηση μιας τόσο ταραγμένης ατμόσφαιρας, ήταν ολωσδιόλου ξένες προς την εσωτερική εξέλιξη των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Βγαλμένος μερικούς αιώνες προτύτερα από τη διάπυρη χοάνη των γερμανικών εισβολών, ο νέος δυτικός πολιτισμός έδινε με τη σειρά του, την εικόνα πολιορκημένου οχυρού ή, για να το πούμε καλύτερα, μισοπατημένου οχυρού. Κι αυτό από τρεις ταυτόχρονα μεριές: στο νότο, από τους πιστούς του Ισλάμ, Άραβες ή εξαραβισμένους’ ανατολικά, από τους Ούγγρους· βόρεια από τους Σκανδιναυούς.

II. Οι μουσουλμάνοι

Από τους εχθρούς που απαριθμήσαμε, το Ισλάμ ήταν οπωσδήποτε ο λιγότερο επικίνδυνος. Όχι πως πρέπει να βιαστούμε να μιλήσουμε για παρακμή του. Για πολύ καιρό, ούτε η Γαλατία, ούτε η Ιταλία είχαν να προσφέρουν, από τις φτωχές τους πόλεις, κάτι που να προσεγγίζει τη λάμψη της Βαγδάτης ή της Κορδούης. Ο μουσουλμανικός και ο βυζαντικός κόσμος άσκησαν πάνω στη Δύση, μέχρι τον 12ο αιώνα, αληθινή οικονομική ηγεμονία: τα μόνα χρυσά νομίσματα που κυκλοφορούσαν στις περιοχές μας έβγαιναν από τα ελληνικά ή τα αραβικά εργαστήρια είτε —όπως και πολλά ασημένια νομίσματα— τα απομιμούνταν. Και αν στη διάρκεια του 8ου και του 9ου αιώνα ράγισε, για πάντα, η ενότητα του μεγάλου Χαλιφάτου, τα διάφορα κράτη που στήθηκαν πάνω στα ερείπια του παρέμεναν επίφοβες δυνάμεις. Από τότε κι έπειτα όμως είχαμε να κάνουμε περισσότερο με συνοριακούς πολέμους και λιγώτερο με εισβολές με την καθαρή έννοια της λέξης. Ας αφήσουμε την Ανατολή, όπου οι Βασιλείς (η ελληνική λέξη στοι κείμενο) της αμοριανής και μακεδόνικης δυναστείας (828-1056) προέβαιναν σε μια επίπονη και θαρραλέα ανάκτηση της Μικράς Ασίας. Οι δυτικές κοινωνίες συγκρούονταν με τα ισλαμικά κράτη σε δύο μέτωπα.
Καταρχήν η μεσημβρινή Ιταλία. Ήταν κάτι σαν κυνηγότοπος των ηγεμόνων που εξουσίαζαν την παλιά ρωμαϊκή επαρχία της Αφρικής: των αγλαβιτών εμίρηδων του Κερουάν έπειτα, από τις αρχές του 10ου αιώνα των φατιμιτών χαλιφών. Οι αγλαβίτες απέσπασαν σιγά-σιγά από τους Έλληνες τη Σικελία, που την κρατούσαν από τον καιρό του Ιουστινιανού, και της οποίας η τελευταία οχυρή θέση, η Ταορμίνα, έπεσε στα 902. Ταυτόχρονα οι Αραβες έβαλαν πόδι στη χερσόνησο. Μέσα από τις βυζαντινές επαρχίες του Νότου απειλούσαν τις μισοανεξάρτητες πόλεις της τυρρηνικής ακτής και τα μικρά λομβαρδικά πριγκιπάτα της Κομπανίας και του Μπενεβέντο, που βρισκόταν λίγο-πολύ υπό την προστασία της Κωνσταντινούπολης. Στην αρχή του 11ου αιώνα προχώρησαν τις επιδρομές τους ως τα βουνά των Σαβίνων. Μια συμμορία που είχε κάνει λημέρι της τα δασωμένα ψηλώματα του Μόντε Αρτζέντο, κοντά στη Γαέτα, εξοντώθηκε στα 915, αφού λεηλάτησε την περιοχή επί είκοσι χρόνια. Στα 982, ο νεαρός «αυτοκράτορας των Ρωμαίων» Όθων ο οποίος, αν και σαξωνικής εθνότητας, δεν έπαυε να αυτοθεωρείται, για την Ιταλία και για άλλες χώρες ως ο κληρονόμος των Καισάρων, ξεκίνησε για την κατάκτηση του Νότου. Διέπραξε την εκπληκτική αφροσύνη, που τόσες φορές επαναλήφθηκε στο Μεσαίωνα, να διαλέξει το καλοκαίρι για να οδηγήσει μέσα από τις καυτερές εκείνες περιοχές ένα στρατό συνηθισμένο σε εντελώς διαφορετικά κλίματα και, συναντώντας στις 25 Ιουλίου, στην ανατολική ακτή της Καλαβρίας το στράτευμα των μωαμεθανών, έπαθε από αυτούς πανωλεθρία. Ο μουσουλμανικός κίνδυνος εξακολούθησε να υπάρχει στις περιοχές αυτές μέχρι τη στιγμή που, στη διάρκεια του 11ου αιώνα, μια φούχτα τυχοδιωκτών από τη γαλλική Νορμανδία, πήρε φαλάγγι αδιάκριτα Βυζαντινούς και Άραβες. Ενώνοντας τη Σικελία με το νότιο τμήμα της χερσονήσου έφτιαξαν ένα ρωμαλέο κράτος που έφραξε για παντοτεινά το δρόμο στους επιδρομείς και ταυτόχρονα έπαιξε το ρόλο ενός λαμπρού ενδιάμεσου ανάμεσα στο λατινικό πολιτισμό και τον πολιτισμό του Ισλάμ. Όπως βλέπουμε, η πάλη εναντίον των Σαρακηνών πάνω στο ιταλικό έδαφος, που είχε αρχίσει τον 9ο αιώνα, παρατάθηκε για πολύ, με περιορισμένου όμως πλάτους διακυμάνσεις και από τη μία και από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τα εδαφικά κέρδη. Δεν αφορούσε, μέσα στον καθολικό κόσμο, παρά μόνο μια απόμακρη περιοχή.
Η άλλη γραμμή μάχης ήταν η Ισπανία. Εκεί, το ζήτημα για το Ισλάμ δεν ήταν να κάνει επιδρομές και εφήμερες προεκτάσεις. Ζούσαν εκεί πληθυσμοί μωαμεθανικής πίστης σε μεγάλο αριθμό και τα κράτη που είχαν ιδρύσει οι Άραβες είχαν τα κέντρα τους μέσα στην ίδια τη χώρα. Στις αρχές του 10ου αιώνα, οι σαρακηνές συμμορίες δεν είχαν τελείως ξεχάσει το πέρασμα των Πυρηναίων. Οι μακρινές όμως εκείνες επιδρομές γίνονταν όλο και σπανιότερες. Ξεκινώντας από το βορεινό άκρο, η χριστιανική Ανάκτηση παρόλες της παλινδρομήσεις και ταπεινώσεις, προόδευε με αργό ρυθμό. Στη Γαλικία και στα βορειοδυτικά υψίπεδα που οι εμίρηδες ή χαλίφηδες της Κορδούης, εγκατεστημένοι πολύ κάτω στο νότο, δεν κατάφεραν ποτέ να χειραγωγήσουν σταθερά, τα μικρά χριστιανικά βασίλεια, πότε κερματισμένα, πότε συνενωμένα υπό κοινό ηγεμόνα, προωθούνταν από τα μέσα του 11ου αιώνα προς την περιοχή του Ντούρο στα 1085 έφτασαν στον Τάγο. Αντίθετα στα ριζά των Πυρηναίων, το ποτάμι του ‘Εβρου, αν και τόσο κοντινό, έμεινε για καιρό μουσουλμανικό- η Σαραγόσα έπεσε μόλις στα 1118. Οι μάχες που καθόλου άλλωστε δεν απέκλειαν και ειρηνικότερες σχέσεις, γνώριζαν μόνο σύντομες ανακωχές. Σημάδεψαν τις ισπανικές κοινωνίες με μία ιδιότυπη σφραγίδα. Όσο για την «πέραν των αυχένων» Ευρώπη, δεν την άγγιξαν παρά στο βαθμό που —προπάντων από το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα και έπειτα— έδιναν στην ιπποσύνη της την ευκαιρία θαυμαστών, καρποφόρων και θεάρεστων περιπετειών και ταυτόχρονα στους αγρότες της τη δυνατότητα να εγκατασταθούν σε ακατοίκητες περιοχές, όπου τους προσέλκυαν οι ισπανοί βασιλιάδες ή άρχοντες. ‘Ομως, πλάι στους πολέμους με την κύρια σημασία της λέξης, πρέπει να βάλουμε και τις πειρατείες και τις ληστρικές επιδρομές. Μ’ αυτές κυρίως οι Σαρακηνοί συνέβαλαν στη γενική αποδιοργάνωση της Δύσης.
Από πολύ παλιά οι Άραβες είχαν γίνει ναυτικοί. Από τα αφρικανικά τους ορμητήρια, από την Ισπανία και κυρίως από τις Βαλεαρίδες, οι κουρσάροι τους χτυπούσαν στη δυτική Μεσόγειο. Όμως στα νερά εκείνα που σπάνια τα αυλάκωναν καράβια το καθαυτό επάγγελμα του πειρατή πολύ λίγα κέρδη απέφερε. Οι Σαρακηνοί, όμως, τον ίδιο καιρό και οι Σκανδιναυοί, στην κυριαρχία της θάλασσας έβλεπαν κυρίως το μέσο να φτάσουν στις ακτές και να πραγματοποιήσουν κερδοφόρες επιδρομές. Από τα 842 ανέβαιναν το Ροδανό μέχρι τα περίχωρα της Αρλ, λεηλατώντας και τις δύο του όχθες στο πέρασμα τους. Συνηθισμένη βάση τους είχαν την Καμάργκ. Σε λίγο όμως η τύχη τους έδωσε, με μια ασφαλέστερη εγκατάσταση, τη δυνατότητα να επεκτείνουν σημαντικά τις αρπαγές τους.
Σε χρονολογία που δεν μπορούμε να καθορίσουμε με ακρίβεια, πιθανότατα γύρω στα 890, ένα μικρό σαρακηνό πλοίο, που ερχόταν από την Ισπανία, ρίχτηκε από τους ανέμους στην προβηγγιανή ακτή, κοντά στη σημερινή πόλη του Σαιν-Τροπέζ. Το πλήρωμα του κρύφτηκε την ημέρα και, μόλις έπεσε η νύχτα, βγήκε και έσφαξε τους κατοίκους ενός γειτονικού χωριού. Η βουνίσια και δασοσκέπαστη αυτή γωνιά της γης -την ονόμαζαν «χώρα της μελιάς» ή «Φρενέ» -προσφερόταν για άμυνα. Όπως έκαναν τον ίδιο καιρό οι συμπατριώτες τους στην Καμπάνια και στο Μόντε Αρτζέντο, οι άνθρωποι μας οχυρώθηκαν στα ψηλώματα μέσα σε πυκνά αγριάγκαθα και κάλεσαν κοντά τους κι άλλους συντρόφους. ‘Ετσι δημιουργήθηκε μια φοβερά επικίνδυνη ληστοφωλιά. Με εξαίρεση το Φρεζύ, που λεηλατήθηκε, δεν φαίνεται να υπέφεραν άμεσα οι πόλεις, ασφαλισμένες πίσω από τις οχυρώσεις τους. Σε όλη όμως την έκταση της ακτής, η ύπαιθρος υπέστη φρικαλέα ερήμωση. Οι ληστές του Φρενέ έπιαναν εξάλλου και πολλούς αιχμαλώτους, τους οποίους πουλούσαν στις ισπανικές αγορές.
Δεν άργησαν σε λίγο να επεκτείνουν τις επιδρομές τους και πολύ πέρα από την ακτή. ‘Οντας αρκετά ολιγάριθμοι, δεν φαίνεται να διακινδύνευσαν εξόδους στην κοιλάδα του Ροδανού, σχετικά πυκνοκατοικημένη και με δυνατές πόλεις ή κάστρα. Ο όγκος των Άλπεων, αντίθετα, επέτρεπε σε μικροσυμμορίες να γλυστρούν πολύ μπροστά, από οροσειρά σε οροσειρά και από φαράγγι σε φαράγγι: με την προϋπόθεση βέβαια να μπορούν να περπατούν στο βουνό. Αλλά οι Σαρακηνοί εκείνοι, που έρχονταν από τις ισπανικές Σιέρρας ή το ορεινό Μάγκρεμπ, ήταν, όπως λέει ένας μοναχός του Σαιν-Γκάλ, αληθινά «κατσίκια». Από την άλλη μεριά οι ‘Αλπεις, παρά τα φαινόμενα πρόσφεραν ένα πεδίο αρπαγών καθόλου ευκαταφρόνητο. Είχαν κοιλάδες γόνιμες, που μπορούσαν οι επιδρομείς να τις χτυπήσουν αιφνιδιαστικά, χυμώντας από τα γύρω βουνά. Το Γκραιζιβωντάν, για πράδειγμα. Εδώ κι εκεί υψώνονταν μονές, πολύ επιθυμητή λεία. Ηδη από το 906 το μοναστήρι του Νοβαλαίζ, πάνω από τη Συζ, από όπου η πλειοψηφία των μοναχών ι.ίχε φύγει, είχε λεηλατηθεί και πυρποληθεί. Ακόμη στα μονοπάτια των Άλπεων κινούνταν μικρές συντροφιές ταξιδιωτών, εμπόρων «χατζήδων» που πήγαιναν να προσευχηθούν στους τάφους των αποστόλων. Μεγάλος ο πειρασμός να παραμονέψεις το πέρασμα τους! Στα 920 ή 921, αγγλοσάξωνες προσκυνητές σκοτώθηκαν με λιθοβολισμό σε κάποια κλεισούρα. Τέτοιες επιθέσεις επαναλήφθηκαν. Οι άραβες τζίχ (ο μουσουλμάνος πολεμιστής κατά των απίστων) δεν φοβούνταν να προχωρήσουν αρκετά μακριά προς τα βόρεια. Στα 940, τους επισημαίνουν γύρω από το οροπέδιο του Ρήνου και στο Βαλαί όπου έβαλαν φωτιά στο περίφημο μοναστήρι του Αγίου Μαυρικίου της Αγκών. Την ίδια χρονιά μία από τις συμμορίες τους χτύπησε με τόξα τους μοναχούς του Σαιν-Γκαλ που έκαναν μια ειρηνική λιτανεία γύρω από την εκκλησία τους. Το μπουλούκι αυτό διασκορπίστηκε από το μικρό σώμα των κολλήγων που συγκέντρωσε εσπευσμένα ο αββάς· μερικοί αιχμάλωτοι που οδηγήθηκαν στο μοναστήρι αφέθηκαν να πεθάνουν ηρωικά από την πείνα.
Η αστυνόμευση των Άλπεων ή της προβηγκιανής υπαίθρου Ικπκρνούσε τις δυνάμεις των κρατών της εποχής εκείνης. Άλλη ϋκραπεία δεν υπήρχε από την καταστροφή του άντρου, στην Πβριοχή του Φρενέ. Εκεί όμως, παρουσιαζόταν νέο εμπόδιο. ‘Ηταν αδύνατο να περικυκλωθεί το οχυρό χωρίς να γίνει αποκλεισμός του και από τη θάλασσα, από όπου του έρχονταν οι ενισχύσεις. Ούτε όμως οι γύρω βασιλιάδες -δυτικά οι βασιλιάδες της Προβηγγίας και της Βουργουνδίας ανατολικά ο βασιλιάς της Ιταλίας- ούτε οι κόμητές τους είχαν στόλους. Από τους χριστιανούς οι μόνοι έμπειροι ναυτικοί ήταν οι ‘Ελληνες που, εξάλλου, επωφελούνταν συχνά απ’ αυτό κι εκείνοι, όπως οι Σαρακηνοί, για να επιδοθούν στο κούρσος. ‘Ελληνες πειρατές, άλλωστε είχαν λεηλατήσει τη Μασσαλία στα 848. Δυο φορές, λοιπόν, στα 931 και 942, ο βυζαντινός στόλος εμφανίστηκε μπρος στην ακτή του Φρενέ, ίσως στα 942 και πιθανότατα έντεκα χρόνια νωρίτερα, ύστερα από πρόσκληση του βασιλιά της Ιταλίας Ούγου της Αρλ, που είχε σπουδαία συμφέροντα στην Προβηγγία. Και οι δύο απόπειρες έμειναν χωρίς αποτέλεσμα. Οπότε λοιπόν και ο Ούγος, στα 942, κάνοντας πλήρη στροφή στη διάρκεια της πάλης, σκέφτηκε να πάρει τους Σαρακηνούς ως συμμάχους για να κλείσει, με τη βοήθεια τους, τα περάσματα των ‘Αλπεων στις ενισχύσεις που περίμενε ένας από αυτούς που διαμφισβητούσαν μαζί μ’ αυτόν το λομβαρδικό στέμμα. Έπειτα ο βασιλιάς της Ανατολικής Φραγκιάς -«Γερμανίας» θα λέγαμε σήμερα- ο ‘Οθων ο Μέγας, στα 951, έγινε βασιλιάς των Λομβαρδών, Εργαζόταν για τη συγκρότηση στη κεντρική Ευρώπη και μέχρι την Ιταλία, μιας δύναμης που την ήθελε, όπως εκείνη των Καρολεγγείων, χριστιανική και ειρηνοποιό. Θεωρώντας τον εαυτό του κληρονόμο του Καρλομάγνου, του οποίου φόρεσε το αυτοκρατορικό στέμμα στα 962, ανέλαβε την αποστολή να σταματήσει το σκάνδαλο των σαρακηνών επιδρομών. Στην αρχή προσπάθησε να το κάνει μέσω της διπλωματικής οδού και ζήτησε από το χαλίφη της Κορδούης να διατάξει την εκκένωση του Φρενέ. Κατόπιν σκέφτηκε να επιχειρήσει μόνος του μία εκστρατεία, την οποία τελικά δεν έκανε.
Στα 972 όμως οι ληστές αιχμαλώτισαν ένα σπουδαιότατο πρόσωπο. Στο δρόμο του Γκραν-Σαιν-Μπερνάρ, στην κοιλάδα της Ντρανς, ο Μαγιέλ, ηγούμενος του Κλυνύ, που γύριζε από την Ιταλία, αιχμαλωτίσθηκε σε ενέδρα και οδηγήθηκε σε ένα από τα κρησφύγετα των βουνών που οι Σαρακηνοί χρησιμοποιούσαν συχνά, μη μπορώντας πάντοτε να επιστρέφουν αμέσως στη βάση τους. Αφέθηκε ελεύθερος μόνο μετά την καταβολή γερής εξαγοράς από τους μοναχούς του. Αλλά ο Μαγιέλ, αναστηλωτής πολλών μονών, ήταν ο τιμώμενος φίλος, ο πνευματικός πατέρας και, ας πούμε, ο οικογενειακός άγιος πολλών βασιλιάδων και βαρώνων. Ιδιαίτερα του κόμη της Προβηγγίας Γουλιέλμου. Αυτός συνάντησε στο δρόμο της επιστροφής τη συμμορία που είχε κάνει την ιερόσυλη απόπειρα και της προξένησε βαρείες απώλειες. ‘Επειτα, συγκεντρώνοντας υπό τις διαταγές του πολλούς ευγενείς της κοιλάδας του Ροδανού στους οποίους κατόπιν διανεμήθηκαν οι γαίες που ξαναπέρασαν στην καλλιέργεια, εξαπόλυσε επίθεση κατά του οχυρού ιου Φρενέ. Το φρούριο, τη φορά αυτή, υπέκυψε.
Αυτό υπήρξε για τους Σαρακηνούς το τέλος των λεηλασιών ξηράς μεγάλου βεληνεκούς. Φυσικά οι ακτές της Προβηγγίας καθώς και της Ιταλίας παρέμεναν εκτεθειμένες στις επιδρομές τους. Στον 11ο αιώνα βλέπουμε τους μοναχούς του Αερέν να δραστηριοποιούνται για την εξαγορά των χριστιανών που είχαν αρπάξει και οδηγήσει στην Ισπανία άραβες πειρατές· στα 1178 μια επιδρομή στοίχισε πολλούς αιχμαλώτους, κοντά στη Μασσαλία. Ομως η αγροκαλλιέργεια μπόρεσε να ξαναρχίσει στην ύπαιθρο της Προβηγγίας και τους πρόποδες των ‘Αλπεων και οι δρόμοι της οροσειράς έγιναν κι αυτοί ούτε λιγώτερο ούτε περισσότερο ασφαλείς από τούς δρόμους όλων των ευρωπαϊκών βουνών. Ακόμη, στην ίδια τη Μεσόγειο, οι εμπορικές πόλεις της Ιταλίας, η Πίζα, η Γένουα και το Αμάλφι, είχαν περάσει, από την αρχή του 11ου αιώνα, στην αντεπίθεση. Εκδιώκοντας τους μουσουλμάνους από τη Σαρδηνία και καταδιώκοντας τους μέχρι και τα λιμάνια του Μαγκρέμπ [είναι η αραβική ονομασία των αραβομουσουλμανικών περιοχών του δυτικού τμήματος της Βόρειας Αφρικής, σημερινή Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο] (από το 1015) και της Ισπανίας (στα 1092), άρχισαν σιγά-σιγά να ξεκαθαρίζουν τα νερά τους, των οποίων η σχετική ασφάλεια -άλλη δε γνώρισε η Μεσόγειος ως τον 19ο αιώνα- είχε μεγάλη σημασία για ιο εμπόριο τους.

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε! Σχόλια στα σκουπίδια των greeklish διαγράφονται άμεσα.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s