Εμείς μαζί!


710px-Titian.MarsVenusandAmor01 (1)Pablo Neruda, στα χθόνια δώματα [έκδοση ΥΨΙΛΟΝ, 2007, μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή, σελίδες 32-34].

Πόσο αγνή είσαι με τον ήλιο η με τη νύχτα σαν πέφτει,
και τί θριαμβική και πόσο άμετρη ή τροχιά σου ή πάλλευκη,
και το στήθος σου πού ζυμώθηκε με ψωμί υψηλής ευκρασίας,
και το στέμμα σου τό καμωμένο
από μαύρα, πολυαγαπημένη μου, δέντρα,
και ή μύτη σου πού θυμίζει εντόνως ζώο μονήρες,
ένα πρόβατο άγριο καθώς μυρίζει μοίρες σκιάς
και μιαν απόκρημνη φυγή τυραννικιά ευθέως προς τά όξω.

Τώρα, ναί, τί θαυμάσια όπλα, αλήθεια, τά χέρια μου !
Και πόσο αξίζουν οί όστέινες άξίνες, τά όνύχινα κρίνα τους!
Ό τόπος όλος τής όψης μου και τής ψυχής μου τό μίσθωμα
στην καρδιά ακριβώς ανευρίσκονται τής χθόνιας ισχύος.
Πόσο αγνό τό βλέμμα μου από επιρροές έννυχείς, βλέμμα
πού ‘πεσε άπό άραχλα μάτια, άπό σπειρουνίσματα θηρίων
τό σύμμετρο μου άγαλμα με τους μηρούς του τους δίδυμους
ανεβαίνει την πάσα πρωία στά νοτισμένα πάνω αστέρια·
και τό στόμα μου, κατάμεστο μέχρι χειλέων με εξορία,
δαγκώνει σάρκες, σταφύλια, κι αφήνουν δοντιές
τ’ άντρίκια μπράτσα μου, τό γραμμένο μου στήθος,
όπου ριζώνει μέσα γερά τό τρίχωμα
σά φτερό άπό κασσίτερο,
τό άσπρο μου πρόσωπο έγίνη
για τά βάθη του ήλιου ευρύτερο,
τά μαλλιά μου έγιναν άπό τελετουργίες,
έγίνηκαν από κάτι μελανωπά ορυκτά —αντιμετωπίζεται
τό μέτωπο μου σά χτύπημα διεισδυτικό ή και σά δρόμος—,
τό δέρμα μου έχει πάρει άπό γιο ώριμο, πού γιά όργωτής
προορίζεται· άπό αλάτι άπληστο βλέπουν τά μάτια μου όντας
άπό γάμο γρήγορο· ή γλώσσα μου πιλαλώντας
χωρεί ώς τρυφερή φίλη τών φραγμάτων και των πλοίων
τα δόντια μου είναι
από μι’ άσπρη πλάκα ρολογιών, άπό ισότητα συστηματική,
όπως άλλωστε ακριβώς και το δέρμα μου
που φτιάχνει μπρος μου ένα κενό άπό πάγους
και γυρνάει πίσω μου, και άεροβατεί στα βλέφαρα μου·
και διπλώνει πάνω μου το πιό βαθύ ερέθισμα,
και μεγαλώνει για να δρέψει τα ρόδα από τα δάχτυλα μου,
άπό τό κοκκαλένιο σαγόνι μου
και από τά ζάπλουτα πόδια μου.

Κι εσύ, σάμπως μήνας αστρικός,
σάμπως έν’ απλανές εκεί φιλάκι,
σαν πλάσμα φτερωτό ή και σαν τό έμπα του φθινοπώρου —
κοπελλίτσα μικρή, συνήγορε μου, αγαπημένη μου ! Τό φως
στρώνει κρεβάτι άποκάτω άπ’ τά μεγάλα σου τσίνορα,
τά σάν ταυριά πολύχρυσα, και τό όλογλάφυρο πιτσούνι
έρχεται και χτίζει τις άσπρες του φωλιές
στην ώρα και ώς επί τό πλείστον μέσα σου.

Άπό κύματα μέ ράβδους
και κατάλευκες τανάλιες φτιαγμένη
η υγεία σου, σφύζει άπό μαινόμενα μήλα και σέ οίακίζει
άνευ ορίων σ’ ένα βαρέλι δειλό τό στομάχι σου ακούει·
τά χέρια σου είναι οί δυό Θυγατέρες
τών νεύρων του ουρανού και τών αλεύρων.

Στό πιό μακρύ φιλί εσύ πόσο, ώ, πόσο μοιάζεις!
Τό παγιωμένο τράνταγμα του μοιάζει νά σέ θρέφει,
κι ή μαχαιριά του άπό ξυλοκάρβουνο,
άπό μπαντιέρα ανεμισμένη,
και ύστερα τό κεφάλι σου λιγναίνει μέ μαλλιά,
και η πολεμική ειδή του, ό ξερός του κύκλος
καταρρέει ξαφνικά και γίνεται σύρματα λεπτά γραμμικά
σάν ακμές σπαθιών ή σάν κληρονομιές
καπνού αναφανδόν άναθρώσκοντος.

Advertisements
This entry was posted in ΜΟΥΣΙΚΗ, ΠΟΙΗΣΗ and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε! Σχόλια στα σκουπίδια των greeklish διαγράφονται άμεσα.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s