Εικόνες του φασισμού. 


Robert-Paxton-L-Etat-francais-a-aggrave-la-situation-des-juifs-en-France_article_main

Robert Paxton

Robert Paxton*, η ανατομία του φασισμού [έκδοση ΚΕΔΡΟΣ, 2006, μετάφραση Κατερίνας Χαλμούκου, σελίδες 21-29].

Όλοι είναι σίγουροι πως γνωρίζουν τι είναι ο φασισμός. Ο φασισμός, όντας η πιο ενσυνείδητα εποπτική απ’ όλες τις πολιτικές μορφές, μας παρουσιάζεται με έντονες βασικές εικόνες: σοβινιστής δημαγωγός που αγορεύει με πάθος ενώπιον ενός εκστατικού πλήθους· πειθαρχημένες σειρές από νεαρούς που παρελαύνουν με στρατιωτικό βηματισμό· μαχητές με χρωματιστά πουκάμισα που ξυλοκοπούν μέλη κάποιας δαιμονικής μειονότητας· αιφνιδιαστικές εισβολές τα χαράματα· και καλογυμνασμένοι στρατιώτες που παρελαύνουν στους δρόμους μιας υπόδουλης πόλης.

Ωστόσο, εξετάζοντας πιο προσεκτικά μερικές από αυτές τις οικείες εικόνες, βλέπουμε ότι δημιουργούν εύκολες πλάνες. Η εικόνα του πανίσχυρου δικτάτορα εξατομικεύει το φασισμό και δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση πως μπορούμε να τον κατανοήσουμε πλήρως εξετάζοντας προσεκτικά μόνο τον αρχηγό. Η εικόνα αυτή, η ισχύς της οποίας επιβιώνει ακόμη και σήμερα, αποτελεί τον τελευταίο θρίαμβο των φασιστών προπαγανδιστών. Προσφέρει ένα άλλοθι στα έθνη που ενέκριναν ή ανέχτηκαν φασίστες ηγέτες και στρέφει την προσοχή μακριά από τα πρόσωπα, τις ομάδες και τους θεσμούς που τον βοήθησαν. Χρειαζόμαστε ένα πιο ραφιναρισμένο μοντέλο φασισμού που να διερευνά τη σχέση ανάμεσα στον αρχηγό και στο έθνος και ανάμεσα στο κόμμα και στην κοινωνία.
Η εικόνα του πλήθους που φωνάζει ρυθμικά πανηγυρικές ιαχές τρέφει τον ισχυρισμό ότι ορισμένοι ευρωπαϊκοί λαοί είχαν μια φυσική προδιάθεση προς το φασισμό και ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό λόγω του εθνικού τους χαρακτήρα. Φυσική συνέπεια αυτής της εικόνας είναι η συγκαταβατική άποψη ότι η ιστορία ορισμένων εθνών έδωσε τροφή στο φασισμό. Κάτι τέτοιο μετατρέπεται πολύ εύκολα σε άλλοθι για τα έθνη που παρέμειναν απλοί θεατές: δε θα μπορούσε να συμβεί σ’ εμάς. Πέρα από αυτές τις οικείες εικόνες και έπειτα από μια πιο λεπτομερή εξέταση, η φασιστική πραγματικότητα γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη. Για παράδειγμα, το καθεστώς που εφηύρε τη λέξη φασισμός— η Ιταλία του Μουσολίνι – επέδειξε ελάχιστα σημάδια αντισημιτισμού για διάστημα δεκαέξι χρόνων αφότου έλαβε την εξουσία. Πράγματι, ανάμεσα στους βιομηχάνους και στους μεγάλους γαιοχτήμονες που χρηματοδότησαν αρχικά τον Μουσολίνι περιλαμβάνονταν και εβραίοι υποστηρικτές του. Ο ίδιος διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με εβραίους όπως ο Άλντο Φίντσι, μέλος του Φασιστικού Κόμματος, και είχε μια εβραία ερωμένη, τη Μαργκερίτα Σαρφάτι, συγγραφέα της πρώτης επίσημης βιογραφίας του. Περίπου διακόσιοι εβραίοι έλαβαν μέρος στην Πορεία προς τη Ρώμη. Αντιθέτως, η δωσίλογη γαλλική κυβέρνηση του στρατάρχη Πετέν στο Βισί (1940-’44) ήταν ιδιαίτερα αντισημιτική, ενώ για άλλους λόγους είναι προτιμότερο να τη χαρακτηρίσουμε απολυταρχική και όχι φασιστική. Επομένως, καθίσταται προβληματικό να θεωρούμε ως ουσία του φασισμού έναν ισχυρό αντισημιτισμό.
Ένα άλλο θεωρούμενο ως βασικό χαρακτηριστικό του φασισμού είναι το αντικαπιταλιστικό, αντι-αστικό πνεύμα του. Τα πρώιμα φασιστικά κινήματα επεδείκνυαν την περιφρόνηση τους απέναντι στις αξίες της αστικής τάξης και σε όσους το μόνο που ήθελαν ήταν «να κερδίσουν χρήματα, χρήματα, βρώμικα χρήματα». Επιτίθεντο στον «διεθνή οικονομικό καπιταλισμό» σχεδόν όπως και στους σοσιαλιστές. Έφτασαν στο σημείο να υποσχεθούν ότι θα δήμευαν τις περιουσίες των ιδιοκτητών πολυκαταστημάτων προς όφελος των πατριωτών μαστόρων και τις περιουσίες των μεγάλων γαιοκτημόνων προς όφελος των αγροτών.
Κάθε φορά όμως που τα φασιστικά κινήματα αποκτούσαν την εξουσία, δεν έκαναν τίποτα για να υλοποιήσουν αυτές τις αντικαπιταλιστικές απειλές. Αντίθετα, πραγματοποιούσαν με ακραία βία και σχολαστικότητα τις απειλές τους κατά του σοσιαλισμού. Οι συγκρούσεις στους δρόμους με νεαρούς κομουνιστές ήταν από τις πιο δυνατές εικόνες προπαγάνδας. Μόλις τα φασιστικά καθεστώτα έπαιρναν στα χέρια τους την εξουσία, απαγόρευαν τις απεργίες, διέλυαν τα ανεξάρτητα εργατικά συνδικάτα, μείωναν την αγοραστική δύναμη των μισθωτών και κατέκλυζαν με παραγγελίες τις πολεμικές βιομηχανίες, προς μεγάλη ικανοποίηση των εργοδοτών. Οι ερευνητές, αντιμέτωποι με αυτές τις αντιφάσεις ανάμεσα σε λόγια και πράξεις σχετικά με τον καπιταλισμό, έχουν καταλήξει σε αντίθετα συμπεράσματα. Ορισμένοι, ερμηνεύοντας τα λόγια στην κυριολεξία, θεωρούν το φασισμό μια μορφή ακραίου αντικαπιταλισμού. Κάποιοι άλλοι, και όχι μόνο οι μαρξιστές, υποστηρίζουν τη διαμετρικά αντίθετη θέση, ότι δηλαδή οι φασίστες έσπευσαν να βοηθήσουν τον καπιταλισμό που αντιμετώπιζε προβλήματα και στήριξαν με έκτακτα μέτρα το υπάρχον σύστημα της κατανομής του πλούτου και της κοινωνικής ιεραρχίας.
Το βιβλίο ετούτο τάσσεται με την άποψη πως όσα έκαναν οι φασίστες μάς λένε τουλάχιστον όσα είπαν. Φυσικά και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα λεγόμενα τους, εφόσον μας βοηθούν να εξηγήσουμε την απήχηση που είχαν ως κίνημα. Ωστόσο, ακόμα και στην πιο ακραία της μορφή, η αντικαπιταλιστική ρητορική των φασιστών ήταν επιλεκτική. Ενώ αποδοκίμαζαν την κερδοσκοπική διεθνή οικονομία (μαζί με όλες τις άλλες μορφές διεθνισμού ή παγκοσμιοποίησης – καπιταλιστικής και σοσιαλιστικής), σέβονταν την ιδιοκτησία των εθνικών παραγωγών, οι οποίοι επρόκειτο να αποτελέσουν την κοινωνική βάση του αναζωογονημένου έθνους. Όταν αποδοκίμαζαν την αστική τάξη, το έκαναν επειδή ήταν πολύ υποτονική και ατομιστική για να ενδυναμώσει ένα έθνος και όχι επειδή έκλεβε από τους εργάτες την υπεραξία της εργασίας τους. Στον καπιταλισμό έστρεψαν την κριτική τους όχι για την εκμετάλλευση που ασκούσε αλλά για τον υλισμό του, για την αδιαφορία του απέναντι στο έθνος, για την ανικανότητα του να συγκινήσει τις ψυχές των απλών ανθρώπων. Σε πιο βαθύ επίπεδο, οι φασίστες απέρριπταν την άποψη ότι οι οικονομικές δυνάμεις αποτελούν τους βασικούς μοχλούς που κινούν την Ιστορία. Γι’ αυτούς ο δυσλειτουργικός καπιταλισμός του μεσοπολέμου δεν είχε ανάγκη από θεμελιώδεις αναπροσαρμογές· τα αρνητικά του σημεία μπορούσαν να διορθωθούν απλώς και μόνο με επαρκή πολιτική βούληση για τη δημιουργία συνθηκών πλήρους απασχόλησης και παραγωγικότητας. Μόλις τα φασιστικά καθεστώτα ανέβαιναν στην εξουσία, δήμευαν τις περιουσίες μόνο των πολιτικών τους αντιπάλων, των ξένων ή των εβραίων. Κανένα τους δεν άλλαξε την κοινωνική ιεραρχία, πέρα από το ότι προώθησαν κάποιους τυχοδιώκτες σε ανώτατα αξιώματα. Το περισσότερο που έκαναν ήταν να αντικαταστήσουν τις δυνάμεις της αγοράς με την κρατική οικονομική διαχείριση, όμως μέσα στον κυκεώνα της Μεγάλης Οικονομικής Ύφεσης οι περισσότεροι επιχειρηματίες αρχικά είδαν ευνοϊκά το μέτρο. Αν θεωρήσουμε ότι ο φασισμός ήταν «επαναστατικός», τότε η σημασία της λέξης εδώ ήταν πολύ ιδιαίτερη, αρκετά διαφορετική από εκείνη που είχε κατά την περίοδο από το 1789 έως το 1917 και η οποία αντιστοιχούσε σε μια βαθιά ανατροπή της κοινωνικής τάξης πραγμάτων και στην ανακατανομή της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής δύναμης.
Ωστόσο, ο φασισμός επέφερε ορισμένες αρκετά βαθιές αλλαγές ώστε να αποκαλούνται «επαναστατικές», αν θέλουμε να δώσουμε στη λέξη αυτή μια διαφορετική σημασία. Την περίοδο που ο φασισμός βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη, προχώρησε σε ανασχεδιασμό των ορίων ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο, μειώνοντας αισθητά ό,τι κάποτε ήταν αναμφισβήτητα ιδιωτικό. Άλλαξε τις αρχές της υπηκοότητας, από την άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μέχρι τη συμμετοχή σε μαζικές τελετές αποδοχής και συμμόρφωσης. Αναπροσάρμοσε τις σχέσεις ανάμεσα στο άτομο και στην έννοια της συλλογικότητας, έτσι ώστε το άτομο να μην έχει κανένα δικαίωμα πέρα από το συμφέρον της κοινότητας. Επεξέτεινε τις εξουσίες της διοίκησης — κόμματος και κράτους — σε μια προσπάθεια να εδραιώσει τον απόλυτο έλεγχο. Τέλος, αναζωπύρωσε επιθετικά συναισθήματα που μέχρι εκείνη τη στιγμή η Ευρώπη είχε γνωρίσει μόνο κατά τη διάρκεια του πολέμου ή της κοινωνικής επανάστασης. Αυτές οι αλλαγές συχνά έφερναν τους φασίστες σε σύγκρουση με συντηρητικές πεποιθήσεις ριζωμένες στους θεσμούς της οικογένειας, της Εκκλησίας, της κοινωνικής τάξης και της ιδιοκτησίας. Ο φασισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως μια πιο ισχυρή μορφή συντηρητισμού, έστω κι αν διατηρούσε το υπάρχον καθεστώς ιδιοκτησίας και κοινωνικής ιεραρχίας.
Είναι δύσκολο να τοποθετήσει κανείς το φασισμό στον γνωστό πολιτικό χάρτη Αριστεράς-Δεξιάς. Άραγε οι ίδιοι οι φασίστες αρχηγοί το γνώριζαν από την αρχή; Όταν ο Μουσολίνι συγκέντρωσε τους φίλους του στην πλατεία Σαν Σεπόλκρο, το Μάρτιο του 1919, δεν ήταν απολύτως σαφές αν προσπαθούσε να συναγωνιστεί τους πρώην αριστερούς συντρόφους του στο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ιταλίας ή να τους επιτεθεί κατά μέτωπο από Δεξιά. Μέσα στο φάσμα της ιταλικής πολιτικής ζωής, πού θα μπορούσε να βρει τη θέση του αυτό που κάποιες φορές εξακολουθούσε να αποκαλεί «εθνικό συνδικαλισμό 3»; Πράγματι, ο φασισμός πάντοτε στήριζε ετούτη την ασάφεια.
Ωστόσο, οι φασίστες ήταν ξεκάθαροι όσον αφορά ένα πράγμα: δε βρίσκονταν στο κέντρο. Η περιφρόνηση των φασιστών για το ήπιο, εφησυχασμένο, συμβιβαστικό κέντρο ήταν απόλυτη (μολονότι τα φασιστικά κόμματα που αποζητούσαν ενεργά την κατάκτηση της εξουσίας θα αναγκάζονταν να ταχθούν από κοινού με τους κεντρώους συμμάχους τους ενάντια στους κοινούς εχθρούς της Αριστεράς). Η περιφρόνηση τους απέναντι στον φιλελεύθερο κοινοβουλευτισμό και στον υποτονικό αστικό ατομικισμό, καθώς και ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας των μέτρων που εφάρμοζαν για την αποκατάσταση της εθνικής ανεπάρκειας και διάσπασης δε συμφωνούσε με την προθυμία τους να συνάψουν συμμαχίες με εθνικιστές συντηρητικούς εναντίον της διεθνικιστικής Αριστεράς. Η τελική απάντηση των φασιστών για τον πολιτικό χάρτη Αριστεράς-Δεξιάς ήταν ο ισχυρισμός τους πως είχαν κατορθώσει να τον θέσουν σε αχρηστία, όντας οι ίδιοι «ούτε Δεξιοί ούτε Αριστεροί», υπερβαίνοντας τέτοιου είδους ξεπερασμένους διχασμούς και ενώνοντας το έθνος.
Μια άλλη αντίφαση ανάμεσα στη φασιστική ρητορική και στη φασιστική πρακτική έχει να κάνει με τον εκσυγχρονισμό: τη μετάβαση από το αγροτικό στο αστικό, από τη χειρωνακτική εργασία στη βιομηχανία, τη διάσπαση της διαδικασίας παραγωγής, τις κοσμικές κοινωνίες και την τεχνολογική οργάνωση της εργασίας. Οι φασίστες συχνά αναθεμάτιζαν τις απρόσωπες πόλεις και την υλιστική εκκοσμίκευση και τόνιζαν τη σημασία μιας αγροτικής ουτοπίας ελεύθερης από την απουσία δεσμεύσεων, τις αντιφάσεις και την ανηθικότητα της αστικής ζωής. Ωστόσο, οι φασίστες αρχηγοί λάτρευαν τα γρήγορα αυτοκίνητα τους και τα αεροπλάνα , διέδιδαν το μήνυμα τους μέσα από εξαιρετικά σύγχρονες τεχνικές προπαγάνδας και υποκριτικής. Μόλις καταλάμβαναν την εξουσία, επιτάχυναν το βιομηχανικό ρυθμό παραγωγής με σκοπό να επανεξοπλιστούν. Έτσι, είναι δύσκολο να τοποθετήσει κανείς την ουσία του φασισμού αποκλειστικά και μόνο είτε στο πλαίσιο της αντιεκσυγχρονιστικής αντίδρασης είτε σ’ εκείνο της εκμοντερνιστικής δικτατορίας.
Η καλύτερη λύση έγκειται όχι στη δημιουργία δυϊσμών αλλά στη διερεύνηση της σχέσης του μοντερνισμού με το φασισμό μέσα από την περίπλοκη ιστορική του πορεία. Η σχέση αυτή παρουσίασε δραματικές ιδιαιτερότητες σε διάφορα στάδια της εξέλιξης της. Τα πρώιμα, φασιστικά καθεστώτα εκμεταλλεύτηκαν τις διαμαρτυρίες των θυμάτων της ξαφνικής βιομηχανοποίησης και παγκοσμιοποίησης — των ηττημένων του εκσυγχρονισμού, χρησιμοποιώντας, σίγουρα, τις πιο σύγχρονες μορφές και τεχνικές προπαγάνδας. Ταυτόχρονα, ένας εκπληκτικός αριθμός «μοντερνιστών» διανοούμενων θεωρούσαν ευχάριστο, από αισθητική και συναισθηματική άποψη, αυτόν τον προωθημένο συνδυασμό «εμφάνισης» και κριτικού βλέμματος για τη σύγχρονη κοινωνία, μαζί με την περιφρόνηση που επεδείκνυε ο φασισμός προς τη συμβατική μικροαστική αισθητική. Αργότερα, όντας στην εξουσία, τα φασιστικά κάθεστώτα επέλεξαν αποφασιστικά το δρόμο του βιομηχανικού συγκεντρωτισμού και της παραγωγικότητας, γιγάντιους αυτοκινητόδρομους και σύγχρονο εξοπλισμό. Η έντονη επιθυμία για εξοπλισμό και για τη διεξαγωγή επεκτατικών πολέμων σάρωσε το όραμα ενός παραδείσου για τους βιοπαλαιστές τεχνίτες και αγρότες που είχαν αποτελέσει την πρώτη βάση των πρώιμων κινημάτων, αφήνοντας πίσω της μόνο μερικούς φτωχικούς ξενώνες για νέους, τα Lederhosen Σαββατοκύριακα του Χίτλερ, τις φωτογραφίες του Μουσολίνι γυμνού από τη μέση και πάνω στη συγκομιδή σιτηρών, ενθύμια της αρχικής αγροτικής νοσταλγίας.
Ο μόνος τρόπος για να διερευνήσουμε την αμφίσημη σχέση ανάμεσα στο φασισμό και στο μοντερνισμό, που τόσο προβλημάτισε όσους αναζητούν τη μία και μοναδική ουσία του φασισμού, είναι να ακολουθήσουμε ολόκληρη τη διαδρομή που διέτρεξε ο φασισμός. Μερικά άτομα ακολούθησαν την ίδια διαδρομή στην προσωπική τους πορεία. Ο Άλμπερτ Σπέερ έγινε μέλος του κόμματος τον Ιανουάριο του 1931 ως μαθητής του Χάινριχ Τέσενοου στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας Βερολίνου-Σαρλότενμπουργκ, και ήταν «όχι μοντέρνος αλλά κατά μία έννοια πιο μοντέρνος από τους υπόλοιπους» στις απόψεις του για την απλή, οργανική αρχιτεκτονική. Μετά το 1933 ο Σπέερ σχεδίασε μνημειώδεις πόλεις για λογαριασμό του Χίτλερ και την περίοδο 1942-’44 κατέληξε να επιδεικνύει τη γερμανική οικονομική ισχύ ως υπουργός εξοπλισμών. Όμως τα φασιστικά καθεστώτα επεδίωκαν ένα εναλλακτικό είδος μοντερνισμού: μια τεχνικά προηγμένη κοινωνία όπου οι πιέσεις και οι διχασμοί του συστήματος θα εξομαλύνονταν από τις φασιστικές δυνάμεις ολοκλήρωσης και ελέγχου.
Πολλοί διακρίνουν στην ύστατη ριζοσπαστική κίνηση του φασισμού – τη δολοφονία των εβραίων – μια άρνηση τής σύγχρονης λογικής και επιστροφή στη βαρβαρότητα. Εύλογα όμως θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτό το γεγονός ως μια άλλη μορφή σύγχρονης φρενίτιδας του φασισμού. Η ναζιστική «εθνική εκκαθάριση» βασίστηκε στις οδηγίες για καθαρότητα που υπαγορεύτηκαν από την ιατρική επιστήμη και τη δημόσια υγεία του εικοστού αιώνα, το ζήλο των ευγονιστών να απομακρύνουν τους ακατάλληλους και τους μολυσμένους, μια αισθητική άποψη για το τέλειο σώμα και μια επιστημονική λογική που δε λάμβανε υπόψη της τα ηθικά κριτήρια. Λέγεται ότι τα παραδοσιακά πογκρόμ θα χρειάζονταν διακόσια χρόνια για να ολοκληρώσουν αυτό που η προηγμένη τεχνολογία κατάφερε στα τρία χρόνια του Ολοκαυτώματος.
Η περίπλοκη σχέση ανάμεσα στο φασισμό και στο μοντερνισμό δεν μπορεί να αναλυθεί έτσι απλά, μ’ ένα ναι ή ένα όχι. Πρέπει να ενταχθεί στην εξέλιξη της ιστορίας για την κατάκτηση και την άσκηση της εξουσίας από τους φασίστες. Η πλέον ικανοποιητική εργασία σχετικά με αυτό το ζήτημα δείχνει πώς η αντιμοντερνιστική δυσαρέσκεια διοχετεύτηκε σε συγκεκριμένη νομοθεσία και σιγά σιγά αδρανοποιήθηκε μέσα από πιο ισχυρές ρεαλιστικές και πνευματικές δυνάμεις που εργάζονταν στην υπηρεσία ενός άλλου μοντερνισμού. Πρέπει να μελετήσουμε ολόκληρη τη διαδρομή του φασισμού – πώς εφάρμοσε την πρακτική του — αν θέλουμε να τον κατανοήσουμε.
Ένα επιπλέον πρόβλημα που παρουσιάζουν οι εικόνες του φασισμού είναι ότι επικεντρώνονται σε ιδιαίτερα θεαματικές στιγμές της φασιστικής διαδρομής – η Πορεία προς τη Ρώμη, η πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ, η Kristallnacht (Η νύχτα των κρυστάλλων) – και παραλείπουν τη συμπαγή ιδιοσυστασία της καθημερινής εμπειρίας και τη συμμετοχή του κόσμου στην εγκαθίδρυση και στη λειτουργία των φασιστικών καθεστώτων. Τα φασιστικά κινήματα δε θα είχαν αναπτυχθεί χωρίς τη βοήθεια των απλών ανθρώπων, ακόμα κι εκείνων που συνήθως χαρακτηρίζονται καλοί. Οι φασίστες δε θα μπορούσαν ποτέ να αποκτήσουν δύναμη χωρίς τη συναίνεση ή ακόμα και την ενεργή αποδοχή της παραδοσιακής ελίτ – αρχηγών κρατών, αρχηγών κομμάτων, υψηλόβαθμων κυβερνητικών στελεχών, πολλοί από τους οποίους έτρεφαν έντονη απέχθεια για τις ωμές βαρβαρότητες των στρατιωτικών φασιστών. Οι παρεκτροπές των φασιστικών καθεστώτων απαιτούσαν επίσης και την ευρεία συνεργία μελών του κατεστημένου: δικαστικών, στελεχών της αστυνομίας, στρατιωτικών, επιχειρηματιών. Για να κατανοήσουμε πλήρως πώς λειτουργούσαν τα φασιστικά καθεστώτα, πρέπει να φτάσουμε ως τους κοινούς ανθρώπους και να εξετάσουμε τις καθημερινές τους επιλογές. Οι επιλογές αυτές σηματοδότησαν την αποδοχή ενός προφανώς μικρότερου κακού ή την απόφαση να παραβλεφθούν κάποιες υπερβολές που βραχυπρόθεσμα δε φαίνονταν και τόσο καταστροφικές, ίσως εν μέρει αποδεκτές, αλλά οι οποίες με τη βαθμιαία συσσώρευση οδήγησαν σε τερατώδη αποτελέσματα.
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τις αντιδράσεις των Γερμανών πολιτών στα γεγονότα της Νύχτας των κρυστάλλων. Τη νύχτα της 9ης Νοεμβρίου 1938, με αφορμή έναν εμπρηστικό λόγο του υπουργού Προπαγάνδας των ναζί Γιόζεφ Γκέμπελς προς τους ηγέτες του κόμματος και αντιδρώντας στη δολοφονία ενός Γερμανού διπλωμάτη στο Παρίσι από κάποιον νεαρό Πολωνοεβραίο που είχε εξοργιστεί για την απέλαση των μεταναστών γονιών του από τη Γερμανία, παραστρατιωτικοί του ναζιστικού κόμματος προχώρησαν σε βιαιοπραγίες κατά των εβραϊκών κοινοτήτων στην Γερμανία. Πυρπόλησαν εκατοντάδες συναγωγές, έσπασαν περισσότερα από επτά χιλιάδες μαγαζιά εβραίων, απέλασαν περισσότερους από είκοσι χιλιάδες εβραίους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και σκότωσαν επιτόπου ενενήντα εννιά εβραίους. Πρόστιμο ενός δισεκατομμυρίου μάρκων επιβλήθηκε συνολικά στους εβραίους της Γερμανίας, ενώ οι αποζημιώσεις τους κατασχέθηκαν από το γερμανικό κράτος με σκοπό την αποκατάσταση τυχόν ζημιών που προκλήθηκαν σε μη εβραϊκές ιδιοκτησίες. Είναι πλέον σαφές πως πολλοί Γερμανοί θίγονταν από τις βιαιότητες που συντελούνταν κάτω από τα παράθυρα τους. Ωστόσο, η καθολική αυτή δυσαρέσκεια ήταν παροδική και χωρίς διάρκεια. Για παράδειγμα, για ποιο λόγο δεν έγιναν μηνύσεις ούτε διεξήχθησαν δικαστικές ή διοικητικές έρευνες; Αν μπορέσουμε να αντιληφθούμε την αποτυχία του δικαστικού συστήματος ή των θρησκευτικών και πολιτικών αρχών ή της αντίστασης των πολιτών να βάλουν φρένο στον Χίτλερ το Νοέμβριο του 1938, τότε έχουμε αρχίσει να κατανοούμε τους ευρύτερους κύκλους της ατομικής και θεσμικής συναίνεσης, στα πλαίσια της οποίας μια στρατιωτική μειονότητα ήταν σε θέση να απαλλαγεί από κάθε περιορισμό και να προκαλέσει γενοκτονία σε μια έως τότε εξευγενισμένη και πολιτισμένη χώρα.
Τα ερωτήματα αυτά είναι δύσκολο να απαντηθούν και πίσω τους κρύβονται πολύ περισσότερα από τις απλές εικόνες ενός μοναχικού αρχηγού και του πλήθους που επευφημεί. Αποκαλύπτουν επίσης ορισμένες από τις δυσκολίες που προέκυψαν από την αναζήτηση μιας και μόνο ουσίας, του περίφημου «φασιστικού ελαχίστου», που υποτίθεται ότι μας επιτρέπει να προχωρήσουμε σε έναν συγκεκριμένο γενικό ορισμό του φασισμού.
Οι ορισμοί είναι από τη φύση τους περιοριστικοί. Σχηματίζουν μια στατική εικόνα ενός πράγματος που είναι καλύτερα να το εξετάζει κανείς εν κινήσει και απεικονίζουν σαν «παγωμένο πλάνο» κάτι που γίνεται καλύτερα κατανοητό σαν διαδικασία. Πολύ συχνά υποκύπτουν στην τάση του διανοούμενου να αντιμετωπίζει τις προγραμματικές δηλώσεις ως συστατικές και να ταυτίζει το φασισμό περισσότερο με αυτά που διακήρυξε παρά με όσα έκανε. Η αναζήτηση του τέλειου ορισμού, που επιζητά να περιορίσει το φασισμό σε μια καλοδουλεμένη φράση, μοιάζει να ακυρώνει και όχι να θέτει ερωτήματα σχετικά με τις ρίζες και την πορεία της ανάπτυξης του. Είναι σαν να παρατηρεί κανείς τα κέρινα ομοιώματα του μουσείου της Μαντάμ Τισό και όχι τους πραγματικούς ανθρώπους που αναπαριστούν, ή πουλιά τοποθετημένα σε κάποιο γυάλινη προθήκη και όχι στο φυσικό τους περιβάλλον.

Σημείωση*. Ο Robert Paxton είναι επίτιμος καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Columbia.

Advertisements
This entry was posted in ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε! Σχόλια στα σκουπίδια των greeklish διαγράφονται άμεσα.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s