Ιερείς και προφήτες.


riiicfrmmomm000

Erich Fromm

Erich Fromm, Πειθαρχία κι ελευθερία [έκδοση ΓΛΑΡΟΣ, 1983, μετάφραση Μαρίνας Λωμή, Αιμιλίας Μανούση, σελίδες 56-75].

Μπορούμε νά πούμε χωρίς υπερβολή ότι ποτέ η γνώση των μεγάλων ιδεών πού παρήγαγε τό ανθρώπινο είδος δε γνώρισε τόσο πλατιά διάδοση στον κόσμο όσο σήμερα καί ότι ποτέ οι ιδέες αυτές δέν ήταν τόσο λίγο αποτελεσματικές όσο σήμερα. Οι ιδέες του Πλάτωνα καί του Αριστοτέλη, των προφητών καί τού Χριστού, του Σπινόζα καί τού Κάντ είναι γνωστές σε εκατομμύρια ανθρώπους μεταξύ τών μορφωμένων τάξεων τής Ευρώπης καί τής Αμερικής.

Διδάσκονται σέ χιλιάδες ιδρύματα ανώτερης εκπαίδευσης καί ορισμένες άπ’ αυτές κηρύσσονται στίς εκκλησίες τών διαφόρων δογμάτων, παντού. Καί όλα αυτά μέσα σ’ ενα κόσμο πού ακολουθεί τίς αρχές ενός αχαλίνωτου εγωισμού, πού γεννάει υστερικούς εθνικισμούς καί πού προετοιμάζεται γιά μιά ακαταλόγιστη μαζική σφαγή. Πώς νά εξηγήσει κανείς αυτό τό χάσμα;
Οι ιδέες δέν επηρεάζουν βαθιά τόν άνθρωπο όταν διδάσκονται μόνο σάν ιδέες καί σκέψεις. Συνήθως, όταν παρουσιάζονται μ’ ένα τέτοιο τρόπο αντικαθιστούν κάποιες άλλες ιδέες· νέες σκέψεις παίρνουν τή θέση τών παλιών σκέψεων, νέες λέξεις παίρνουν τή θέση τών παλιών λέξεων. Έτσι, όμως, τό μόνο πού έχει συμβεί είναι μιά αλλαγή όρων καί λέξεων. Γιατί θά ‘πρεπε νά είναι διαφορετικά τά πράγματα; Είναι τρομερά δύσκολο γιά έναν άνθρωπο νά αγγιχτεί βαθιά από τίς ίδεές καί νά συλλάβει τήν αλήθεια. Γιά νά τό καταφέρει αυτό, πρέπει νά ξεπεράσει τή βαθιά ριζωμένη αντίσταση τής αδράνειας, τό φόβο του μήπως κάνει λάθος ή μήπως ξεκόψει από τό κοπάδι. Τό νά έρθει κανείς σ’ επαφή μέ τίς ιδέες δέν φτάνει, ακόμα κι αν οι ιδέες αυτές είναι από μόνες τους σωστές ή δραστικές. Οι ιδέες όμως επιδρούν πάνω στους ανθρώπους άν βιώνονται άπ’ αυτούς πού τίς διδάσκουν, άν προσωποποιούνται από τό δάσκαλο, άν εγγράφονται στή σάρκα του. Όταν ένας άνθρωπος εκφράζει τήν ιδέα τής ταπεινοσύνης κι είναι ό ίδιος ταπεινός, όσοι θά τόν ακούσουν θά καταλάβουν τί είναι η ταπεινοσύνη. Όχι μόνο θά καταλάβουν, αλλά θά πιστέψουν ότι μιλάει γιά μιά πραγματικότητα καί δέ λέει απλώς λόγια. Τό ίδιο ισχύει γιά όλες τίς ιδέες πού προσπαθεί νά μεταδώσει ένας άνθρωπος, ένας φιλόσοφος ή ένας θρησκευτικός διδάσκαλος.
Αυτούς πού υποστηρίζουν ιδέες – όχι απαραίτητα καινούριες – καί ταυτόχρονα τίς ζουν, μπορούμε νά τους ονομάσουμε προφήτες. Αυτό ακριβώς έκαναν καί οι προφήτες τής Παλαιάς Διαθήκης: υποστήριζαν τήν ιδέα ότι ό άνθρωπος έπρεπε νά βρει μιά απάντηση στην ύπαρξη του καί ότι η απάντηση αυτή ήταν η ανάπτυξη τής λογικής του, τής αγάπης του· καί δίδασκαν ότι η ταπεινοσύνη κι η δικαιοσύνη ήταν αξεχώριστα δεμένες μέ τήν αγάπη καί τή λογική. Αυτό πού κήρυτταν τό ζούσαν. Δέν επεδίωκαν τήν εξουσία μά, αντίθετα, τήν απέφευγαν. Ούτε κάν τήν εξουσία τού προφήτη δέν ήθελαν. Δέν εντυπωσιάζονταν μπροστά στους ισχυρούς τής γής καί μιλούσαν τήν αλήθεια ακόμα κι άν αυτό τους οδηγούσε στή φυλακή, τήν εξορία ή τό θάνατο. Δέν ήταν άνθρωποι πού στάθηκαν παράμερα καί περίμεναν νά δουν τί θά γίνει. Ανταποκρίνονταν στους συνανθρώπους τους γιατί ένιωθαν υπεύθυνοι. Ό,τι συνέβαινε στους άλλους ήταν σάν νά συνέβαινε σ’ αυτούς. Η ανθρωπότητα δέν ήταν έξω, αλλά μέσα τους. Επειδή ακριβώς έβλεπαν τήν αλήθεια, αισθάνονταν υποχρεωμένοι νά τήν πουν· δέν απειλούσαν αλλά έδειχναν τό δίλημμα πού είχε μπροστά του ό άνθρωπος. Ό προφήτης δέν επιθυμεί νά γίνει προφήτης στην πραγματικότητα, μόνον οι ψευδοπροφήτες έχουν μιά τέτοια φιλοδοξία. Ό προφήτης γίνεται προφήτης μέ πολύ απλό τρόπο, γιατί καί οι πιθανές εξελίξεις πού όραματίζεται είναι κι αυτές άπλες. Ό προφήτης Άμώς εξέφρασε πολύ εύστοχα αυτή την ιδέα: «λέων έρεύξεται, καί τίς ού φοβηθήσεται; Κύριος ό Θεός έλάλησε, καί τίς ού προφητεύσει;». Η φράση «Κύριος ό Θεός έλάλησε» σημαίνει εδώ απλώς ότι η εκλογή έχει γίνει σαφής. Δέν μπορεί πιά νά υπάρξει καμιά αμφιβολία. Δέν μπορεί νά υπάρξει καμιά φυγή. Γι’ αυτό κι ό άνθρωπος πού νιώθει υπεύθυνος, δέν έχει άλλη εκλογή άπ’ τό νά γίνει προφήτης, ακόμα κι αν μέχρι τότε έβοσκε τά πρόβατα του, καλλιεργούσε τόν κήπο του ή ανέπτυσσε καί δίδασκε ιδέες. Είναι καθήκον τού προφήτη νά δείξει την πραγματικότητα, νά δείξει τίς πιθανές εξελίξεις καί νά διαμαρτυρηθεί· είναι καθήκον του νά φωνάξει δυνατά, νά ξυπνήσει τόν άνθρωπο από τό συνηθισμένο του ύπνο. Η ιστορική κατάσταση είναι αυτή πού κάνει τους προφήτες κι όχι η επιθυμία κάποιων ανθρώπων νά γίνουν προφήτες.
Πολλά έθνη είχαν τους προφήτες τους. Ό Βούδας έζησε τά διδάγματα του. Ό Χριστός έγινε άνθρωπος. Ό Σωκράτης πέθανε σύμφωνα με τίς ιδέες του, ό Σπινόζα έζησε σύμφωνα μ’ αυτές. Καί όλοι αυτοί οί άνθρωποι άφησαν ένα βαθύ άχνάρι στην ανθρώπινη ψυχή, ακριβώς επειδή η ιδέα τους υλοποιήθηκε στή σάρκα τους.
Οί προφήτες εμφανίζονται κατά διαστήματα μόνο, στην ιστορία τής ανθρωπότητας. Πεθαίνουν καί μάς αφήνουν τό μήνυμα τους. Τό μήνυμα αυτό γίνεται δεχτό από εκατομμύρια ανθρώπων, τό καταλαβαίνουν. Αυτός είναι κι ό λόγος πού η ιδέα αυτή γίνεται εκμεταλλεύσιμη γι’ αυτούς πού θέλουν νά χρησιμοποιήσουν τήν αποδοχή της από τους ανθρώπους, γιά τό δικό τους συμφέρον – γι’ αυτούς πού κυβερνούν καί ελέγχουν. Ας ονομάσουμε Ιερείς τους ανθρώπους πού κάνουν χρήση τής ιδέας τού προφήτη. Ό προφήτης ζει τήν ιδέα του. Οί ιερείς τήν κηρύσσουν στους ανθρώπους. Έτσι η ιδέα χάνει τή ζωντάνια της. Γίνεται μιά φόρμουλα. Οί ιερείς δηλώνουν πώς έχει μεγάλη σημασία τό πώς θά διατυπωθεί η ιδέα· φυσικά, η διατύπωση γίνεται πάντα σημαντική μόνο αφού τό βίωμα είναι νεκρό. Πώς αλλιώς θά μπορούσε κανείς νά κυβερνά τους ανθρώπους ελέγχοντας τίς σκέψεις τους, άν δέν υπήρχε η «ορθή» διατύπωση; Οί ιερείς χρησιμοποιούν τήν ιδέα γιά νά όργανώσουνε τους ανθρώπους, γιά νά τους κατευθύνουν ελέγχοντας τή σωστή διατύπωση τής ιδέας κι όταν πιά καταφέρουν ν’ απονεκρώσουν αρκετά τόν άνθρωπο, δηλώνουν πώς ό άνθρωπος είναι ανίκανος νά ξυπνήσει καί νά διευθύνει μόνος τή ζωή του καί πώς αυτοί, οί ιερείς, ενεργούν από καθήκον ή καί από συμπόνια όταν αναγκάζονται νά καθοδηγήσουν ανθρώπους πού, όταν τους αφήσεις μόνους τους, φοβούνται τήν ελευθερία. Είναι αλήθεια πώς δέν έχουν φερθεί έτσι όλοι οί ιερείς, μά αυτό έχει συμβεί μέ τους περισσότερους καί ιδιαίτερα μ’ εκείνους πού χειρίζονται τήν εξουσία.
Οί ιερείς δέ βρίσκονται μόνο στό χώρο τής θρησκείας. Υπάρχουν ιερείς στή φιλοσοφία κι ιερείς στην πολιτική. Κάθε φιλοσοφική σχολή έχει τους ιερείς της. Συχνά είναι πολύ μορφωμένοι· η δουλειά τους είναι νά κηρύξουν τήν ιδέα τού αρχικού στοχαστή, νά τή μεταδώσουν, νά τήν ερμηνεύσουν, νά τήν κάνουν αντικείμενο μουσείου κι έτσι νά τήν προφυλάξουν. Μετά έχουμε τους ιερείς τής πολιτικής. Έχουμε δει πολλούς από δαύτους τά τελευταία 150 χρόνια. Αυτοί είναι πού κήρυξαν τήν ιδέα τής ελευθερίας γιά νά προστατέψουν τά οικονομικά συμφέροντα τής κοινωνικής τους τάξης. Στον εικοστό αιώνα οί ιερείς ανέλαβαν τή διάδοση τών ιδεών τού σοσιαλισμού. Ένώ η ιδέα τού σοσιαλισμού στόχευε στην απελευθέρωση καί τήν ανεξαρτητοποίηση τού άνθρωπου, οί ιερείς δήλωσαν μέ τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο πώς ό άνθρωπος δέν ήταν ικανός νά είναι ελεύθερος ή τουλάχυστον πώς δέν θά ήταν γιά ένα μεγάλο διάστημα. Μέχρι νά ‘ρθεί αυτό τό πλήρωμα τού χρόνου, ήταν υποχρεωμένοι νά αναλάβουν αυτοί τά πράγματα καί ν’ αποφασίσουν πώς έπρεπε νά διατυπωθεί η ιδέα καί ποιος ήταν ειλικρινής πιστός καί ποιος δέν ήταν. Οί ιερείς συνήθως παραπλανούν καί μπερδεύουν τό λαό γιατί ισχυρίζονται πώς είναι οί κληρονόμοι τού προφήτη καί πώς ζουν αυτό πού κηρύσσουν. Καί παρά τό γεγονός ότι κι ένα παιδί ακόμα μπορεί νά δει πώς ζουν τό αντίθετο ακριβώς άπ’ αυτό πού υποστηρίζουν, η μεγάλη μάζα τού κόσμου αντιδρά θετικά σ’ αυτή τήν πλύση εγκεφάλου καί φτάνουν τελικά νά πιστεύουν πώς άν οί ιερείς ζουν μέσα στά πλούτη, τό κάνουν από αίσθημα θυσίας, γιατί είναι υποχρεωμένοι νά εκπροσωπήσουν τή όταν σκοτώνουν ανενδοίαστα, τό κάνουν από επαναστατικό μένος.
Καμιά ιστορική κατάσταση δεν είναι τόσο πρόσφορη στην εμφάνιση προφητών άπ’ όσο η δική μας. Η ίδια η ύπαρξη ολόκληρου του ανθρώπινου είδους απειλείται από τήν παραφροσύνη τής προπαρασκευής ενός ατομικού πολέμου. Η εθελοτυφλία μας καί μιά νοοτροπία λίθινης εποχής μας έφτασαν σ’ έναν σημείο όπου τό ανθρώπινο είδος φαίνεται νά κινείται γοργά προς τό τραγικό τέλος τής ιστορίας του, τή στιγμή ακριβώς πού βρίσκεται κοντά στό πιό μεγάλο του επίτευγμα. Τώρα η ανθρωπότητα χρειάζεται προφήτες, αν κι είναι αμφίβολο κατά πόσον οι φωνές τους θά καταφέρουν νά ακουστούν πάνω άπ’ τίς φωνές των ιερέων.
Ανάμεσα στους λίγους εκείνους πού οί ιδέες τους υλοποιήθηκαν στό σώμα τους, καί πού η ιστορική κατάσταση τού ανθρώπινου είδους τους μετέβαλε από δασκάλους σέ προφήτες, είναι ό Μπέρτραντ Ράσελ. Συμβαίνει νά είναι ένας μεγάλος στοχαστής, αυτό όμως δέν παίζει ουσιαστικό ρόλο στό γεγονός ότι έγινε προφήτης. Ό Μπέρτραντ Ράσελ, μαζί μέ τόν Αϊνστάιν καί τόν Σβάιτσερ, εκπροσωπεί τήν απάντηση τής Δυτικής ανθρωπότητας στην απειλή ενάντια στην ύπαρξη της· κι αυτό γιατί οί τρεις αυτοί άνθρωποι μίλησαν, προειδοποίησαν, καί έδειξαν τους κινδύνους καί τίς έναλλαχτικές λύσεις. Ό Σβάιτσερ βίωσε τήν ιδέα του Χριστιανισμού δουλεύοντας στή Λαμπαρενέ. Ό Αϊνστάιν βίωσε τήν ιδέα τής λογικής καί τού ανθρωπισμού, αρνούμενος νά σμίξει τή φωνή του μέ τίς υστερικές φωνές τού εθνικισμού τής Γερμανικής Εντελλιγκέντσια τό 1914 καί πολλές άλλες φορές κατοπινά. Ο Μπέρτραντ Ράσελ διατύπωνε γιά πολλές δεκαετίες τίς ιδέες του πάνω στή λογικότητα καί τόν ανθρωπισμό, μέσα στά βιβλία του· τά τελευταία χρόνια όμως βγήκε στους δρόμους γιά νά δείξει σ’ όλο τόν κόσμο πώς όταν οί νόμοι τής χώρας αντιβαίνουν στους νόμους τής πραγματικότητας, ό σωστός άνθρωπος οφείλει νά διαλέξει τους νόμους τής ανθρωπότητας.
Ο Μπέρτραντ Ράσελ αναγνώρισε πώς η ιδέα, ακόμα κι όταν υλοποιείται από ένα άτομο, αποχτά κοινωνικό βάρος μόνον όταν ενσαρκώνεται σέ μιά ομάδα. Όταν ό Αβραάμ συζήτησε μέ τό Θεό γιά τή μοίρα τών Σοδόμων καί αμφισβήτησε τή θεϊκή δικαιοσύνη, ζήτησε νά μήν καταστρέψει τά Σόδομα άν υπήρχαν εκεί έστω καί δέκα δίκαιοι άνθρωποι, αλλά όχι λιγότεροι. Αν υπήρχαν λιγότεροι από δέκα, δηλαδή άν δέν υπήρχε έστω καί μιά μικρή ομάδα πού νά ενσαρκώνει τήν ιδέα τής δικαιοσύνης, ούτε ό Αβραάμ δέν μπορούσε νά ζητήσει νά σωθεί η πόλη. Ο Μπέρτραντ Ράσελ προσπαθεί νά αποδείξει πώς υπάρχουν οι δέκα πού μπορούν νά σώσουν τήν πόλη. Γι’ αυτό τό λόγο οργάνωσε ανθρώπους, έκανε πορεία μαζί τους, κάθισε μαζί τους σέ παθητική διαμαρτυρία κι άφησε νά τόν πάρουν μαζί τους στίς αστυνομικές κλούβες. Όσο κι άν η φωνή του είναι «φωνή έν τή έρήμω», δέν είναι φωνή μοναχική. Είναι ό κορυφαίος ενός χορού. Τώρα, τό άν είναι ό χορός μιας αρχαίας τραγωδίας ή τής Ένατης τού Μπετόβεν, μόνο η ιστορία τών επόμενων χρόνων θά μάς τό δείξει.
Ανάμεσα στίς ιδέες πού ενσαρκώνει στή ζωή του ό Μπέρτραντ Ράσελ, η πρώτη ίσως πού πρέπει ν’ αναφέρουμε είναι τό ανθρώπινο δικαίωμα αλλά καί καθήκον τής ανυπακοής.
Μέ τή λέξη αυτή δέν εννοώ τήν ανυπακοή τού «επαναστάτη χωρίς αιτία» πού δείχνει ανυπακοή επειδή δέν έχει άλλο λόγο ύπαρξης από τό νά λέει «όχι». Αυτό τό είδος τής αρνητικής ανυπακοής είναι τόσο τυφλό καί αναποτελεσματικό, όσο καί τό αντίθετο της, η κονφορμιστική υπακοή πού είναι ανίκανη νά πεί «όχι». Εγώ μιλάω γιά τόν άνθρωπο πού μπορεί νά πεί «όχι» γιατί μπορεί νά πει «ναί», πού μπορεί νά είναι ανυπάκουος ακριβώς επειδή υπακούει στή συνείδηση του καί στίς αρχές πού έχει διαλέξει. Μιλάω γιά τόν επαναστάτη, κι όχι γιά τόν αντάρτη.
Στά περισσότερα κοινωνικά συστήματα η υπακοή είναι η υπέρτατη αρετή κι η ανυπακοή θανάσιμο αμάρτημα. Καί πραγματικά, στον πολιτισμό μας, όταν ό περισσότερος κόσμος αισθάνεται «ένοχος», απλώς φοβάται επειδή έδειξε ανυπακοή. Τό πρόβλημα τους δέν είναι ηθικό όπως πιστεύουν, αλλά άνησυχούν επειδή δέν υπάκουσαν σέ κάποιες εντολές. Δέν είναι περίεργο αυτό· στό κάτω κάτω, η χριστιανική διδασκαλία ερμήνευσε τήν ανυπακοή τού Αδάμ σάν τήν πράξη πού καταδίκασε τόσο θεμελιακά τόν ίδιο καί τους απογόνους του, πού μόνο η ειδική μεσολάβηση της χάρης τού Θεού μπορούσε νά σώσει τον άνθρωπο από τήν καταδίκη αυτή. Η ιδέα αυτή ήταν βέβαια σύμφωνη μέ τήν κοινωνική λειτουργία της Εκκλησίας, πού υποστήριζε τή δύναμη τών ισχυρών διδάσκοντας πώς η ανυπακοή είναι αμάρτημα. Μόνο οί άνθρωποι πού έπαιρναν στά σοβαρά τά βιβλικά διδάγματα της ταπεινοσύνης, τής άδερφικής αγάπης καί της δικαιοσύνης ξεσηκώνονταν ενάντια στην κοσμική εξουσία μέ αποτέλεσμα νά τους χαρακτηρίζει τίς περισσότερες φορές η Εκκλησία σάν επαναστάτες καί αμαρτωλούς ενάντια στό Θεό. Η κύρια γραμμή του Προτεσταντισμού δέν άλλαξε τίποτε σ’ αυτό. Αντίθετα, μάλιστα, ενώ η καθολική Εκκλησία κράτησε ζωντανή τή συναίσθηση τής διάκρισης ανάμεσα στην κοσμική καί τήν πνευματική εξουσία, οί Διαμαρτυρόμενοι συμμάχησαν μέ τήν κοσμική. Ο Λούθηρος διατύπωνε απλώς τήν πρώτη καί πιό δραστική έκφραση αυτής τής τάσης, όταν έγραφε γιά τους ξεσηκωμένους Γερμανούς αγρότες του δέκατου έκτου αιώνα: «Γι’ αυτό, όποιος άπό μάς μπορεί νά χτυπήσει, νά σφάξει, νά καρφώσει, κρυφά ή ανοιχτά, πρέπει νά θυμάται πώς τίποτε δέν είναι πιό φαρμακερό, βλαβερό καί σατανικό από έναν επαναστάτης«.
Παρά τήν κατάργηση τής θρησκευτικής τρομοκρατίας, τά αυταρχικά πολιτικά συστήματα συνέχισαν νά κάνουν τήν υπακοή ακρογωνιαίο λίθο τής ύπαρξης τους. Οί μεγάλες επαναστάσεις του δέκατου έβδομου καί δέκατου όγδοου αιώνα, πολέμησαν ενάντια στή βασιλική εξουσία, σύντομα όμως ό άνθρωπος απαίτησε ξανά τήν υπακοή στους εξουσιαστές πού διαδέχτηκαν τους βασιλιάδες, όποιοι κι άν ήταν αυτοί. Σε ποιών τά χέρια βρίσκεται η εξουσία σήμερα; Στίς απολυταρχικές χώρες έχουμε τή φανερή εξουσία του κράτους, πού υποστηρίζεται από τήν ενίσχυση του σεβασμού απέναντι στην εξουσία, στην οικογένεια καί στό σχολείο. Οί Δυτικές δημοκρατίες, αντίθετα, περηφανεύονται πώς ξεπέρασαν τόν αυταρχισμό τού δέκατου ένατου αιώνα. Είναι έτσι όμως – ή μήπως έχει αλλάξει απλώς ό χαρακτήρας τής αυταρχικής έξουσίας;
Ό αιώνας μας είναι ό αιώνας τής ιεραρχικά οργανωμένης γραφειοκρατίας στή δημόσια διοίκηση, στίς επιχειρήσεις, στά εργατικά συνδικάτα. Αυτές οί γραφειοκρατίες διοικούν τά πράγματα καί τους ανθρώπους μαζί. Ακολουθούν ορισμένες αρχές, ιδιαίτερα τήν οικονομική αρχή τών ισολογισμών, τής ποσοτικοποίησης, τής μέγιστης αποτελεσματικότητας καί τού κέρδους καί λειτουργούν βασικά όπως θά λειτουργούσε ένας ηλεκτρονικός εγκέφαλος προγραμματισμένος μ’ αυτές τίς αρχές. Τό άτομο γίνεται ένας αριθμός, μεταβάλλεται σε πράγμα. Επειδή όμως δέν υπάρχει καμιά φανερή εξουσία, επειδή κανείς δέν τόν «αναγκάζει» νά υπακούσει, τρέφει τήν ψευδαίσθηση πώς ενεργεί μέ τή θέληση του καί πώς ακολουθεί μιά «λογική» εξουσία. Ποιος μπορεί νά μήν υπακούσει τό «λογικό»; Ποιος μπορεί νά μήν υπακούσει στή γραφειοκρατεία τών κομπιούτερ; Ποιος μπορεί νά μήν υπακούσει όταν δέν παίρνει κάν είδηση πώς υπακούει; Τό ίδιο πράγμα συμβαίνει καί στην οικογένεια καί στην εκπαίδευση. Η διαστρέβλωση τών θεωριών τής προοδευτικής αγωγής οδήγησαν σέ μιά μέθοδο όπου κανείς δέ λέει στό παίδι τί πρέπει νά κάνει, κανείς δέν τού δίνει διαταγές, ούτε τό τιμωρεί άν δέν τίς εκτελέσει. Τό παιδί αφήνεται απλώς «νά εκφραστεί». Αλλά από τήν πρώτη κιόλας μέρα τής ζωής του, τό τροφοδοτούμε μ’ έναν ακατανίκητο σεβασμό στην ομοιομορφία, μέ τό φόβο τής «διαφορετικότητας», μέ τό φόβο απέναντι στό ξεστράτισμα άπό τό κοπάδι. Έτσι, ό «άνθρωπος τής οργάνωσης» διαπαιδαγωγείται στό σπίτι καί στό σχολείο καί ολοκληρώνοντας τήν εκπαίδευση του στή μεγάλη οργάνωση, έχει απόψεις αλλά όχι πεποιθήσεις· διασκεδάζει μά δέν είναι ευτυχισμένος· είναι συχνά πρόθυμος νά θυσιάσει τή ζωή του καί τή ζωή τών παιδιών του εθελοντικά, υπακούοντας σέ απρόσωπες καί ανώνυμες δυνάμεις. Ακούει ατάραχος τόν υπολογισμό τών θανάτων πού συνηθίζεται τόσο πολύ τώρα όταν γίνεται λόγος γιά θερμοπυρηνικό πόλεμο: θά χαθεί ό μισός πληθυσμός τής χώρας; «Δεχτό». Τά δυό τρίτα; «ίσως παραπάει»
Τό θέμα τής ανυπακοής έχει ζωτική σημασία σήμερα. Ένώ κατά τή Βίβλο, η ανθρώπινη ιστορία άρχισε μέ μιά πράξη ανυπακοής – τού ‘Αδάμ καί τής Εύας – καί ενώ σύμφωνα μέ τήν αρχαία Ελληνική μυθολογία ό πολιτισμός άρχισε μέ τήν πράξη ανυπακοής του Προμηθέα, είναι πολύ πιθανό πώς η ανθρώπινη ιστορία θά τελειώσει με μιά πράξη υπακοής, τής υπακοής στους φορείς τής εξουσίας πού κι αυτοί υπακούουν στα αρχαϊκά φετίχ τής «Κρατικής κυριαρχίας», τής «εθνικής τιμής», τής «πολεμικής νίκης» καί πού θά δώσουν τή διαταγή νά πατήσουν τό μοιραίο κουμπί σ’ εκείνους πού υπακούουν στους ίδιους καί τά φετίχ τους.
Γι’ αυτούς τους λόγους η ανυπακοή, με την έννοια πού τή χρησιμοποιούμε εδώ, είναι μιά πράξη επιβεβαίωσης τής λογικής καί τής θέλησης. Δέν είναι βασικά μιά στάση πού στρέφεται ενάντια σέ κάτι, αλλά γιά κάτι: γιά τή δυνατότητα του ανθρώπου νά δει, νά πει αυτό πού βλέπει καί να αρνηθεί νά πει αυτό πού δέν βλέπει. Γιά τήν ανυπακοή αυτή δέ χρειάζεται κανείς νά είναι επιθετικός ή επαναστατικός· χρειάζεται νά έχει τά μάτια του ανοιχτά, νά είναι ξύπνιος καί πρόθυμος νά πάρει τήν ευθύνη ν’ ανοίξει τά μάτια εκείνων πού κινδυνεύουν νά χαθούν γιατί τους έχει πάρει ό υπνος.
Ο Κάρλ Μαρξ έγραψε κάποτε ότι ό Προμηθέας πού δήλωσε ότι «προτιμάει νά είναι αλυσοδεμένος στό βράχο του παρά υπάκουος δούλος των θεών», είναι ό προστάτης άγιος τών φιλοσόφων. Εχουμε νά κάνουμε εδώ μέ τήν ανανέωση τής προμηθαϊκής λειτουργίας τής ίδιας τής ζωής. Η δήλωση τού Μαρξ δείχνει πολύ καθαρά τό πρόβλημα τής σχέσης ανάμεσα στή φιλοσοφία καί στην ανυπακοή. Οί περισσότεροι φιλόσοφοι δέν έδειξαν ανυπακοή στην εξουσία τής εποχής τους. Ό Σωκράτης υπάκουσε πεθαίνοντας, ό Σπινόζα προτίμησε ν’ αρνηθεί τή θέση τού καθηγητή παρά νά έρθει σέ σύγκρουση μέ τήν εξουσία, ό Κάντ ήταν ένας νομοταγής πολίτης καί ό Χέγκελ αντάλλαξε τις νεανικές επαναστατικές του συμπάθειες μέ τήν εξύμνηση του Κράτους στά ώριμα χρόνια του. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ό Προμηθέας ήταν ό προστάτης άγιος τους. Είναι αλήθεια πώς όλοι αυτοί οί άνθρωποι έμειναν στά γραφεία τους καί στις αίθουσες τών διαλέξεων καί δέν κατέβηκαν στους δρόμους· οί λόγοι πού έπραξαν έτσι ήταν πολλοί καί δε θά τους συζητήσω τώρα. Σάν φιλόσοφοι, όμως, έδειξαν ανυπακοή στην εξουσία τών παραδοσιακών σκέψεων καί εννοιών, στά κλισέ πού δίδασκε καί πίστευε η εποχή τους. Έτσι, οί άνθρωποι αυτοί έφερναν τό φώς στό σκοτάδι, ξυπνούσαν αυτούς πού μισοκοιμόντουσαν, «αποτολμούσαν νά μάθουν».
Ό φιλόσοφος είναι ανυπάκουος στά στερεότυπα καί στην κοινή γνώμη γιατί υπακούει στή λογική καί στον άνθρωπο. Ακριβώς επειδή η λογική είναι πανανθρώπινη καί ξεπερνάει όλα τά εθνικά σύνορα, γι’ αυτό κι ό φιλόσοφος πού ακολουθεί τή λογική είναι πολίτης τού κόσμου· τό αντικείμενο του είναι ό άνθρωπος – όχι τούτο ή τό άλλο άτομο, τούτο ή τό άλλο έθνος. Πατρίδα του είναι ό κόσμος κι όχι τό ειδικό μέρος πού γεννήθηκε.
Κανείς δέν έχει εκφράσει τήν επαναστατική φύση τής σκέψης πιό εύστοχα άπό τόν Μπέρτραντ Ράσελ. Στό έργο του principles of social reconstruction (Αρχές Κοινωνικής Ανοικοδόμησης – 1916) έγραφε:

«Οί άνθρωποι φοβούνται τή σκέψη περισσότερο άπ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο – περισσότερο άπό τήν καταστροφή, ακόμα κι άπ’ τό θάνατο. Η σκέψη είναι ανατρεπτική καί επαναστατική, καταλυτική καί φοβερή· η σκέψη είναι ανελέητη απέναντι στά προνόμια, τους κατεστημένους θεσμούς καί τις βολικές συνήθειες· η σκέψη είναι αναρχική καί άνομη, αδιάφορη απέναντι στην εξουσία, περιφρονητική απέναντι στή δοκιμασμένη σοφία τών αιώνων. Η σκέψη κοιτάζει τόν πάτο τής κόλασης καί δέ φοβάται. Βλέπει τόν άνθρωπο, μιά αχνή κουκκίδα, νά περιβάλλεται από απύθμενα βάθη σιωπής· κι ωστόσο, περνάει περήφανη κι άφοβη σάν νά ήταν ό υπέρτατος άρχοντας τού σύμπαντος. Η σκέψη είναι δυνατή, σβέλτη κι ελεύθερη, είναι τό φώς του κόσμου κι η μεγαλύτερη δόξα του ανθρώπου. Μά γιά νά γίνει η σκέψη χτήμα τών πολλών κι όχι προνόμιο τών λίγων, θά πρέπει νά ξεπεράσουμε τό φόβο. Ο φόβος είναι εκείνος πού κρατάει τους ανθρώπους – ό φόβος πώς τά πιό πολύτιμα πιστεύω τους θ’ αποδειχτούν αυταπάτες, ό φόβος πώς οί θεσμοί πού διέπουν τή ζωή τους θ’ αποδειχτούν βλαβεροί, ό φόβος πώς θ’ αποδειχτούν κι οί ίδιοι λιγότερο άξιοι σεβασμού άπ’ όσα φαντάζονταν ότι ήταν. «Αν ό εργαζόμενος σκεφτεί ελεύθερα γιά τήν ίδιοχτησία, τί θά γίνουμε εμείς οι πλούσιοι; Αν οι νέοι σκεφτούν ελεύθερα γιά τό σεξ, τί θά γίνει η ηθική; Αν οι στρατιώτες σκεφτούν ελεύθερα γιά τόν πόλεμο, τί θά γίνει η στρατιωτική πειθαρχία; Διώξτε μακριά τή σκέψη! Ας ξαναγυρίσουμε πίσω στά σκοτάδια της προκατάληψης γιά νά μήν κινδυνέψει η ίδιοχτησία, τά ήθη καί ό πόλεμος! Καλύτερα νά είναι οι άνθρωποι κουτοί, αδρανείς καί καταπιεστικοί παρά νά ‘χουν ελεύθερη σκέψη. Γιατί αν η σκέψη τους ελευθερωθεί μπορεί νά μή σκέφτονται σάν κι εμάς. Κι αυτό τό κακό θά πρέπει νά τό αποφύγουμε μέ κάθε μέσο». Έτσι συλλογίζονται οι εχθροί τής σκέψης μέσα στ’ ασυνείδητα βάθη τής ψυχής τους. Κι έτσι πράττουν στίς εκκλησίες τους, τά σχολεία τους, τά πανεπιστήμια τους«.

Advertisements
This entry was posted in ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε! Σχόλια στα σκουπίδια των greeklish διαγράφονται άμεσα.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s