Ο πόλεμος στην Αλβανία.


ωί____-_ωΊω___Έ__

Βασίλης Ραφαηλίδης

Βασίλης Ραφαηλίδης, Ιστορία κωμικοτραγική του νεοελληνικού κράτους [έκδοση ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ, 2010, σελίδες 152-159]

1. Φασισμός κατά φασισμού.

Η Ελλάδα μετέχει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο της Αλβανίας, με τη Μάχη της Κρήτης, με την Εθνική Αντίσταση και με τη συμμετοχή ελληνικών στρατευμάτων στις μάχες της Μέσης Ανατολής. Σε αντίθεση με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που η συμμετοχή της Ελλάδας δεν είναι και τόσο ενεργός εξαιτίας του εθνικού διχασμού, τώρα μετέχει εξ αρχής. Και είναι απ’ τις χώρες που κατέβαλαν πάρα πολύ βαρύ φόρο αίματος στον αγώνα κατά του φασισμού

Την 7η Απριλίου 1939, πριν κηρυχτεί ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, τα ιταλικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αλβανία, χώρα που η Ιταλία τη θεωρεί από παράδοση «δική της». Διότι, λέει, κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η Ιλλυρία αποτελούσε οργανικό μέρος του κέντρου της Αυτοκρατορίας, της σημερινής ιταλικής χερσονήσου δηλαδή. Πράγμα που είναι σωστό. Όμως, ο Μουσολίνι δεν ήθελε να καταλάβει πως ο καιρός της Αυτοκρατορίας είχε περάσει από αιώνες. Και το παίζει Ρωμαίος Αυτοκράτωρ. Πίστευε πως μπορεί να αναστήσει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Πίστευε στ’ αλήθεια πως η Μεσόγειος είναι «δική μας» θάλασσα (mare nostrum), όπως κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, που η Μεσόγειος ολόκληρη ήταν πράγματι ρωμαϊκή θάλασσα.
Λοιπόν, τον Απρίλη του 1939, λίγο μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία, προσαρτά και ο Μουσολίνι τη «δική του» Αλβανία στην Ιταλία, πράγμα που οι Αλβανοί το θεωρούν μάλλον φυσιολογικό. Άλλωστε, θα ήταν δυνατό να τρων καλύτερα ως ερζάτς Ιταλοί, έστω και φασίστες, παρά ως ελεύθεροι Αλβανοί. Κι ας μην ξεχνάμε πως η Ιλλυρία, η αρχαία Αλβανία, είχε προμηθεύσει κάμποσους Αυτοκράτορες στη Ρώμη. Γιατί λοιπόν να μην της προμήθευε και τον διάδοχο του Ντούτσε; (Που στα ιταλικά σημαίνει Αρχηγός, όπως ακριβώς και το Φύρερ στα γερμανικά).
Η προσάρτηση της Αλβανίας στην Ιταλία είναι μια σαφής προειδοποίηση προς την Ελλάδα πως θα ‘ρθει και η σειρά της. Άλλωστε, η αρχαία Ελλάδα ήταν απ’ τις πρώτες χώρες που κατάχτησαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι, και ο Μουσολίνι φαίνεται πως ήθελε ν’ ακολουθήσει την αρχαία σειρά προτεραιότητας στις δικές του καταχτήσεις ή προσαρτήσεις, πράγμα που είναι το ίδιο κατ’ ουσίαν.
Και για να είναι σίγουρος πως οι Έλληνες πήραν το μήνυμα, βυθίζει την 15η Αυγούστου 1940 το αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Τήνου για τη γιορτή της Παναγίας ελαφρό αντιτορπιλλικό «Έλλη», ναυπηγήσεως 1913. Ήταν δηλαδή η «Έλλη» σχετικά καινούργιο σκαρί.
Ο Χίτλερ, όταν οι Ιταλοί προσαρτούν την Αλβανία, καθησυχάζει τον Μεταξά και του λέει πως δεν υπάρχει λόγος να συγκεντρώνει η Ελλάδα στρατεύματα κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, γιατί ο φίλος του ο Μουσολίνι είναι φίλος και της Ελλάδας. Πίστευε ο Χίτλερ πως τρεις φασίστες θα μπορούσαν να τα βρουν στο τέλος. Αλλά δεν τα βρήκαν. Γιατί ο ελληνικός φασισμός ήταν πάρα πολύ ιδιόρρυθμος. Όπως ο ισπανικός, όπως ο πορτογαλικός, δεν είχε συνείδηση της «διεθνιστικής φασιστικής αλληλεγγύης».
Άλλωστε ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ δεν ήταν γερμανόφιλος, όπως ο γερμανικής παιδείας Μεταξάς, αλλά αγγλόφιλος. Και οι Γερμανοί δεν είχαν φιλίες με τον ελληνικό λαό. Κι έτσι, ένα φασιστικό καθεστώς βρέθηκε να πολεμάει ένα άλλο φασιστικό καθεστώς. Ο Μεταξάς μπορεί να ήταν φασίστας, βλαξ πάντως δεν ήταν.

2. Η ψυχολογία του φασίστα

Ας μάθουμε επιτέλους να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομα τους και να μην παραποιούμε την ιστορία μας. Ο ελληνικός λαός, στην πλειοψηφία του, αγάπησε τον Μεταξά. Όπως και οι Ιταλοί που αγάπησαν τον Μουσολίνι, όπως και οι Γερμανοί που αγάπησαν τον Χίτλερ, όπως και οι Ισπανοί που αγάπησαν τον Φράνκο. Ο φασισμός είναι λαϊκισμός – και κάθε λαϊκισμός είναι φασισμός κατά βάσιν και κατ’ ουσίαν.
Ο φασισμός δεν αγαπά το μεγάλο κεφάλαιο (εκτός απ’ το πάρα πολύ μεγάλο που τον γεννάει) και λατρεύει το μικρομεσαίο. Ο φασισμός είναι κοινωνικό καθεστώς σπέσιαλ για μικροαστούς. Όχι για αστούς ούτε για προλετάριους. Οι αστοί και οι προλετάριοι βρέθηκαν αντίπαλοι του εξ αρχής. Και δεδομένου ότι στη λεγόμενη αστική κοινωνία δεν κυριαρχούν οι αστοί αλλά οι μικροαστοί, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς την απήχηση που είχαν στο λαό τα φασιστικά καθεστώτα. ‘Αλλωστε, οι στολές, οι παρελάσεις, οι λαμπαδηδρομίες, τα κολοσσιαία θεάματα αρένας, τα συνθήματα, το προγονικό μεγαλείο απ’ το οποίο ο χάλιας μικροαστός αντλεί δύναμη για να υποφέρει την ασημαντότητα του, όλα αυτά τα εκμεταλλεύτηκαν τέλεια όλοι οι φασίστες δικτάτορες. Και τα πλήθη να ουρλιάζουν ζήτω! Είσαι ο μπαμπάς μας! Ο χάλιας μικροαστός πάντα έχει ανάγκη από έναν σούπερ πατέρα του έθνους, που να τον προστατεύει απ’ τους παμφάγους καπιταλιστές, αλλά και από τους Κομουνιστές που απειλούν το όνειρο του για ένα πέρασμα στην «ανώτερη τάξη».
Κάθε μικροαστός ονειρεύεται τον αστό που ζεσταίνει μέσα του, που τον μεγαλώνει στο θερμοκήπιο της μεγάλης ελπίδας για ένα πέρασμα στην «ανώτερη τάξη». Κάθε ψιλικατζής ονειρεύεται ένα σούπερ μάρκετ. Και επειδή το όνειρο για μερικούς πραγματοποιείται, όλοι οι χάχες πιστεύουν πως θα βγει αληθινό και γι’ αυτούς. Δεν έχει σημασία που οι περισσότεροι πεθαίνουν φτωχοί. Σημασία έχει που ο καπιταλισμός τους επιτρέπει να ονειρεύονται τον δικό τους πλούτο. Και ο φασισμός, που είναι η ακραία μορφή καπιταλισμού, είναι μια εγγύηση για τη διατήρηση του ονείρου για ένα πέρασμα στην «ανώτερη τάξη».
Το Φολκσβάγκεν (το Λαϊκό Όχημα) είναι δημιούργημα του Χίτλερ. Αλλά υπάρχει ακόμα. Και ο αγκυλωτός σταυρός (η σβάστικα), αυτό το εκπληχτικής ψυχολογικής αποτελεσματικότητας λαϊκό σύμβολο, που δίνει φτερά στο σταυρό και τον κάνει να γυρίζει και ν’ αλέθει, θα δώσει στο χριστιανισμό τη δυναμική που του λείπει. Τώρα πια δεν είναι αμαρτία να σκοτώνει ο καλός χριστιανός. Και ο Μεταξάς, όπως και ο Μουσολίνι άλλωστε, ξέρουν καλά τι κάνουν όταν υιοθετούν σα σύμβολο τον διπλό πέλεκυ. Που κόβει κεφάλια και απ’ τα δεξιά και απ’ τα αριστερά.
Κάτω απ’ αυτές, τις ιδιάζουσες στο φασισμό συνθήκες ψυχολογίας της μάζας, και με το πρόσθετο πραγματικό κίνητρο της απειλής της περιουσίας απ’ τον καταχτητή που, βέβαια, δεν καταχτά μια χώρα για να κάνει περίπατο υπό το σεληνόφως στις ακρογιαλιές αλλά για να επωφεληθεί υλικά, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι Έλληνες έτρεξαν με τέτοια προθυμία στο μέτωπο και πολέμησαν τόσο καλά τους Ιταλούς.
Όχι όμως και τους Γερμανούς. Που είχαν ισχυρότερα σύμβολα, ισχυρότερα κίνητρα και κυρίως ισχυρότερη μικροαστική τάξη απ’ αυτήν των μεσογειακών λαών. Που ακόμα και τον πόλεμο τον αντιλαμβάνονται σα λαϊκή γιορτή.

3. Το τελεσίγραφο

Ο Μεταξάς ήξερε πολύ καλά ότι ο Μουσολίνι ετοιμάζεται να επιτεθεί κατά της Ελλάδας, και ωστόσο δεν συγκεντρώνει επαρκή στρατεύματα στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ούτε αντιδρά σοβαρά όταν τορπιλλζεται η «Έλλη». Ούτε επικρίνει ούτε επικροτεί κάποιες απ’ τις άλλες ενέργειες του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Πλήρης αφασία.
Κάποιοι ιστορικοί λεν πως τούτη η πολιτική αφασία υπαγορεύεται από τη σωφροσύνη του. Δεν θέλει να προκαλεί και κατά βάθος επιθυμεί την ουδετερότητα. ‘Αλλοι, πάλι, ισχυρίζονται πως βρίσκεται σε πλήρη αμηχανία. Θα ήθελε ίσως να βοηθήσει τους φασίστες, αλλά αυτό είναι απολύτως αδύνατο, όχι μόνο εξαιτίας της αγγλοφιλίας του βασιλιά που τον στηρίζει αλλά και εξαιτίας της σταθερά προσανατολισμένης προς τη δυτική Ευρώπη ελληνικής πολιτικής, που είχε επιβάλει ο Βενιζέλος. Στην περίπτωση ενός νέου διχασμού, όπως στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μεταξάς θα έπρεπε να παίξει το ρόλο που τότε είχε παίξει ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, και ο βασιλιάς Γεώργιος το ρόλο που τότε είχε παίξει ο Βενιζέλος. Αλλά ο Μεταξάς, ούτε βασιλιάς ούτε Βενιζέλος είναι. Κι έτσι λουφάζει και περιμένει τη μοίρα να δώσει τη λύση. Και η μοίρα του εμφανίστηκε με τη μορφή του Ιταλού πρεσβευτή στην Αθήνα σινιόρ Γκράτσι, που περί ώραν τρίτην πρωϊνήν της 28ης Οκτωβρίου 1940 τον επισκέφτεται στο σπίτι του στην Κηφισιά για να του επιδώσει τελεσίγραφον. Το οποίο έλεγε πως η Ελλάδα πρέπει να αφήσει τα ιταλικά στρατεύματα να περάσουν ανενόχλητα τα σύνορα για τις ανάγκες του πολέμου, όχι κατά της Ελλάδος αλλά κατά των αντιφασιστών συμμάχων, στους οποίους δεν ανήκει ακόμα η Ελλάδα. Σε αντίθετη περίπτωση, οι Ιταλοί θα περνούσαν χωρίς άδεια. Κι αυτό, με άδεια ή χωρίς άδεια, θα συνέβαινε οπωσδήποτε ύστερα από παρέλευσιν τριών ωρών από της επιδόσεως του τελεσιγράφου, δηλαδή την έκτη πρωινή της 28ης Οκτωβρίου.
Ο εμπαιγμός είναι φανερός. Ο Γκράτσι δίνει προθεσμία τριών ωρών για να σκεφτεί και να αποφασίσει η ελληνική κυβέρνηση για ένα τόσο σοβαρό θέμα. Ξέρει ο Γκράτσι πως η απάντηση θα είναι όχι, δεν σας δίνουμε την άδεια. Και στο βάθος θα δυσαρεστούνταν πολύ αν ο Μεταξάς έλεγε ναι, σας δίνουμε την άδεια. Γιατί σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε ο Μουσολίνι να φερθεί φιλικά προς την Ελλάδα, κι αυτό ακριβώς ήταν που δεν ήθελε. Δεν μπορείς να προσαρτήσεις ή έστω να καταχτήσεις μια χώρα που δηλώνει φίλη σου, αν η ίδια δεν επιθυμεί την προσάρτηση, πράγμα που, βέβαια, δεν το ανέμενε ο Μουσολίνι. Η Ελλάδα δεν ήταν ούτε γερμανική κατ’ ουσίαν Αυστρία ούτε φιλοϊταλική Αλβανία. Συνεπώς, έπρεπε να κατακτηθεί, αν και χώρα φασιστική. Αν και μ’ έναν φασισμό πολύ συγγενικό μ’ αυτόν της Ιταλίας. Δηλαδή ήπιο, χωρίς πολλούς σκοτωμούς, φαμφαρόνικο και παλικαρίστικο, πανηγυριώτικο και φασαριόζικο. Ένα φασισμό της πλάκας μ’ άλλα λόγια σε σύγκριση μ’ αυτόν του Χίτλερ που ήταν η βελτιωμένη παραλλαγή του φασισμού, που λέγεται ναζισμός. Δηλαδή, εθνικισμός. Ειδικότερα, εθνικοσοσιαλισμός. Δηλαδή, σοσιαλισμός χτυπημένος στο μίξερ μαζί με εθνικισμό. Ο Μουσολίνι και ο Μεταξάς δεν ισχυρίζονταν πως ήταν σοσιαλιστές, έστω ειδικού τύπου. Τον τρίτο δρόμο προς τον σοσιαλισμό τον ανακάλυψε ο Χίτλερ, όχι ο Μουσολίνι ή κάποιος άλλος.

4. Η επιστράτευση

Δεν ξημερώνει καλά καλά η 28η Οκτωβρίου, και κηρύσσεται γενική επιστράτευση. Όλα έγιναν τόσο απότομα, τόσο για την κυβέρνηση όσο και για το λαό, που κανείς δεν κάθεται να καλοσκεφτεί τι ακριβώς έγινε, και γιατί ό,τι έγινε, έγινε με τέτοια ταχύτητα, που αποκλείεται η αντίδραση να ήταν άλλη εκτός απ’ τον γενικό ενθουσιασμό που προκαλεί το πολύ καινούργιο και το πολύ απότομο, που σε βγάζει απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητας με τρόπο πολύ εντυπωσιακό. Η αγάπη για την πατρίδα και άλλα τέτοια σχετικά δεν προμηθεύουν επιστημονικά επιχειρήματα για την ερμηνεία φαινομένων σχέση έχοντα με την ψυχολογία της μάζας. Η αγάπη για την πατρίδα, δεν είναι όμοια με την αγάπη για μια γυναίκα. Η αγάπη για την πατρίδα είναι υπαρχτή κατάσταση, όμως έχει δικούς της νόμους και κανόνες, άσχετους προς τον κοινό έρωτα. Άλλωστε, κεραυνοβόλος έρωτας για την πατρίδα, όπως αυτός των Ελλήνων την 28η Οκτωβρίου, είναι αδύνατο να υπάρξει. Την πατρίδα δεν την αγαπάει κανείς ξαφνικά και απότομα, και κυρίως δεν την αγαπούν όλοι με την ίδια ένταση. Και η ομοψυχία των Ελλήνων εκείνη την πραγματικά ιστορική ημέρα, ήταν κάτι το εντελώς εκπληχτικό. Φασίστες, κομουνιστές, δημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες, όλοι τρέχουν πατείς με πατώ σε να καταταγούν στο στρατό. Τέτοια ομοψυχία είναι υπέρ το δέον μεγάλη για Έλληνες, για να εξηγήσουμε το φαινόμενο έτσι απλά, με τη φιλοπατρία. Η επιστήμη που λέγεται ψυχολογία της μάζας μας προσφέρει πιο σίγουρες ερμηνείες. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός είναι πως όλος ο κόσμος τρέχει κατά τα σύνορα, γιατί ο Μεταξάς δεν είχε συγκεντρώσει στρατιωτικές δυνάμεις εκεί.
Γενικός αρχηγός του στρατού είναι ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ και αρχιστράτηγος ο Αλέξανδρος Παπάγος, που θα του δοθεί η ευκαιρία να ξαναγίνει αρχιστράτηγος στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Η ορμή του ελληνικού στρατού, που μοιάζει πολύ με λαϊκό στρατό έτσι απότομα που γέμισαν τα τάγματα και τα συντάγματα, είναι τόσο μεγάλη, που σε δεκαπέντε μέρες περίπου από της ενάρξεως του πολέμου, διώχνουν απ’ το ελληνικό έδαφος τους Ιταλούς που πίστευαν πως θα κάνουν έναν περίπατο μέχρι την Αθήνα. Την 14η Νοεμβρίου 1940 δεν υπάρχει ούτε μισός Ιταλός σε ελληνικό έδαφος.
Το φαινόμενο είναι μοναδικό ίσως στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία, και δίκαια προκαλεί τον θαυμασμό των συμμάχων, και κυρίως του Τσώρτσιλ, που είναι ένας μεγάλος εξπέρ στην επιστήμη της ψυχολογίας της μάζας. Στην Πίνδο μπαίνουν στον πόλεμο και οι γυναίκες αυθόρμητα.
Τι απόγινε αυτή η τρομερή ορμή την πρώτη κιόλας μέρα που εμφανίστηκαν οι Γερμανοί, μη με ρωτάτε. Καλύτερα να μένουμε με τις αυταπάτες μας και να μην πολυσκαλίζουμε την επιστήμη της ψυχολογίας της μάζας, που αν και πάρα πολύ σοβαρή και αξιοσέβαστη, στην Ελλάδα δεν της έχουμε καμιά εκτίμηση. Και ο Ευάγγελος Λεμπέσης που της είχε μεγάλη εκτίμηση, πέθανε στην ψάθα, αν και ουδόλως ύποπτος για φιλοκομουνισμό. Απ’ την επιστημονική αλήθεια, προτιμάμε τους μύθους και τις απλοϊκές ερμηνείες που αυτοί προσφέρουν. Γιαυτό και προκόψαμε σα λαός. Ακόμα και ο όρος «ψυχολογία της μάζας» ακούγεται σα μομφή σ’ έναν τόπο όπου ο λαϊκισμός είναι κυρίαρχη κατάσταση. Σε κανένα ελληνικό πανεπιστήμιο δε διδάσκεται η ψυχολογία της μάζας.

5. Η κατάρρευση

Ο Μεταξάς πεθαίνει την 29η Ιανουαρίου 1941 και τον διαδέχεται ο Αλ. Κορυζής που αυτοκτονεί σε λιγότερο από τρεις μήνες, την 18η Απριλίου 1941. Τον Κορυζή, που ποτέ κανείς δεν έμαθε τους ακριβείς λόγους της αυτοκτονίας του, περί της οποίας πολλά λέγονται, διαδέχεται ο Εμμανουήλ Τσουδερός που θα είναι ο τελευταίος πρωθυπουργός της ελεύθερης Ελλάδας και ο πρώτος της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής. Ένας απ’ τους πιθανούς λόγους της αυτοκτονίας του Κορυζή είναι η εκπληχτική καί πέρα για πέρα ηρωική συμπεριφορά των Ελλήνων στρατιωτών στο Αλβανικό μέτωπο, που μετατρέπεται απότομα στο εντελώς αντίθετό της την 6η Απριλίου 1941, την πρώτη μέρα της γερμανικής επίθεσης. Ο Κορυζής αυτοκτονεί 12 μέρες μετά. Ίσως δεν άντεχε να βλέπει το χάλι ενός στρατού που μια μέρα πριν απ’ τη γερμανική επίθεση ακόμα, τελούσε άθλους.
Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει στο αλβανικό μέτωπο. Ένα μεθύσι συνεπαίρνει τους πάντες, αξιωματικούς και στρατιώτες, και προελαύνουν και προελαύνουν ακατάπαυστα μέσα στην Αλβανία κυνηγώντας τους Ιταλούς, που φεύγουν και δε γυρνούν ούτε να κοιτάξουν πίσω. Κανείς δε φροντίζει για εφεδρείες, κανείς δεν φροντίζει τον ανεφοδιασμό. Δεν είναι στρατός αυτός, είναι άσπρος σίφουνας, που λέει η διαφήμιση. Σαρώνει τα πάντα στο δρόμο του. Πρόκειται για ένα πραγματικό έπος. Μόνο που είναι πολύ μεγάλο για να είναι αληθινό και κυρίως για να διαρκέσει λιγάκι. Πάντως, με κομμένα πόδια απ’ τα κρυοπαγήματα, άυπνοι ολόκληρα εικοσιτετράωρα, πεινασμένοι, ψειριασμένοι, οι Έλληνας στρατιώτες δεν το βάζουν κάτω με τίποτα. Καταφέρνουν να αποκρούσουν και τις δύο πάρα πολύ μεγάλες και έξοχα οργανωμένες από στρατιωτικής απόψεως αντεπιθέσεις των Ιταλών, τον Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1941. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει μ’ έναν στρατό τέσσερις φορές μικρότερο απ’ αυτόν του εχθρού. Και ο Οδυσσέας Ελύτης στο «Άξιον εστί» μεταπλάθει ποιητικά μ’ έναν θαυμαστό τρόπο τις προσωπικές του εμπειρίες απ’ το μέτωπο, σε μια εποχή που και οι ποιητές μάχονταν στην πρώτη γραμμή, κι όχι σα σήμερα που κάνουν τους τρελούς για να μην παν στρατιώτες.
Και ξαφνικά, όλα αλλάζουν μέσα σε μια νύχτα, την 6η Απριλίου 1941. Κανείς δεν πήρε είδηση ότι οι Γερμανοί ετοιμάζονται να επιτεθούν για να βοηθήσουν τους Ιταλούς που έχουν σκαλώσει στα χιόνια και στο ελληνικό μάνλιχερ. Δεν ήταν τόσο που ήταν πολλοί οι Γερμανοί, οι ήταν ακόμα πιο πολλοί, ούτε που είχαν καλόν οπλισμό, και οι Ιταλοί είχαν καλόν οπλισμό. Ήταν ο αιφνιδιασμός που πανικόβαλε τους πάντες, μα τους πάντες, στρατηγούς, αξιωματικούς και οπλίτες. Και το μέτωπο καταρρέει σα χάρτινος πύργος. Ο αιφνιδιασμός που προκάλεσε τον ενθουσιασμό την 28η Οκτωβρίου, προκαλεί τον πανικό την 6η Απριλίου. Όμως, τότε ο εχθρός ήταν μακρυά και ο στρατός ξεκούραστος. Τώρα ο εχθρός είναι πάνω απ’ τα κεφάλια, και ο στρατός κατάκοπος. Όχι μόνο απ’ τις κακουχίες αλλά και απ’ την ψυχολογική υπερένταση. Είναι σα να βρίσκεσαι σε κατάσταση οργασμού, και κόβεσαι ξαφνικά. Κανείς απ’ τους Έλληνες στρατηγούς δεν είχε ιδέα από ψυχολογία της μάζας. Ντοπάριζαν τους στρατιώτες με τα «αέρα» και τελικά μας πήρε ο άνεμος και τους σήκωσε όλους.

6. Η συνθηκολόγηση

Η γερμανική επίθεση εκδηλώνεται ταυτόχρονα κατά της Σερβίας και της Ελλάδος. Δεν προλαβαίνει να καταρρεύσει η Σερβία, και τα γερμανικά στρατεύματα μετακινούνται λίγο ανατολικότερα και περνούν στην Ελλάδα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, την 6η Απριλίου 1941. Τα ισχυρά οχυρωματικά έργα αποδεικνύονται ακατάλληλα για να αντιμετωπίσουν μηχανοκίνητο στρατό, κι έτσι ο γερμανικός στρατός μπαίνει στη Θεσσαλονίκη την 8η Απριλίου, δύο μόλις μέρες μετά την εκδήλωση της επίθεσης.
Ο ελληνικός στρατός της Αν. Μακεδονίας είναι τώρα από παντού περικυκλωμένος και παραδίδει τα όπλα. Στην άλλη μεριά, στη Δυτ. Μακεδονία, όπου έχει τα ερείσματα του ο ελληνικός στρατός που μάχεται στην Αλβανία, οι Έλληνες διατάσσονται να υποχωρήσουν συντεταγμένα, την 12η Απριλίου 1941, για να μην έχουν την τύχη του στρατού της Αν. Μακεδονίας. Όμως, αντί για συντεταγμένη υποχώρηση, έχουμε μια πανικόβλητη άτακτη φυγή.
Σημειώστε πως στο Αλβανικό μέτωπο βρίσκονται και στρατιώτες των συμμαχικών δυνάμεων, κυρίως Άγγλοι. Που υποχωρούν πρώτοι, καλυπτόμενοι από τους Έλληνες, που έχουν εντολή να σώσουν πρώτα τους συμμάχους και ύστερα τους εαυτούς τους. Οι σύμμαχοι σώζονται πράγματι και φτάνουν στην Πελοπόννησο. Από κει περνούν στην Κρήτη.
Όταν το αλβανικό μέτωπο άδειασε απ’ τους ξένους στρατιώτες, ο διοικητής της Στρατιάς της Δυτικής Μακεδονίας στρατηγός Τσολάκογλου, συνεννοείται με τους διοικητές των μεγάλων μονάδων και με την έγκριση τους υπογράφει ανακωχή με τους Γερμανούς. Δεν είναι ο Τσολάκογλου, συνεπώς, αυτός που παραδίδει τον ελληνικό στρατό στους Γερμανούς, είναι ολόκληρη η ελληνική στρατιωτική ηγεσία.
Όσο γίνονται αυτά, οι Γερμανοί βομβαρδίζουν ανηλεώς το λιμάνι του Πειραιά, για να καταστρέψουν τον εκεί ευρισκόμενο ελληνικό στόλο. Και ένα μέρος του, το καταστρέφουν πράγματι. Η Ελλάδα, εκτός απ’ το στρατό ξηράς χάνει και μέρος του στόλου της, που ήταν πάντα η πραγματική της δύναμη.
Δύο μέρες πριν απ’ την υπογραφή της ανακωχής από τον Τσολάκογλου την 20ή Απριλίου 1941, ο πρωθυπουργός Κορυζής αυτοκτονεί την 18η Απριλίου. Μια μέρα μετά την υπογραφή της ανακωχής και τρεις μετά την αυτοκτονία του Κορυζή, ο Εμμανουήλ Τσουδερός σχηματίζει κυβέρνηση που την επόμενη, την 22α Απριλίου, φεύγει για την Κρήτη παρέα με το βασιλιά. Αλλά σε λιγότερο από ένα μήνα, την 20ή Μαΐου 1941 οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές πέφτουν σαν μύγες απ’ τον ουρανό. Η περίφημη μάχη της Κρήτης αρχίζει, και γίνεται χαμός. Ο κρητικός λαός, σχεδόν αυθόρμητα, και όχι ο ανύπαρχτος πλέον ελληνικός στρατός, δεν προλαβαίνει να σκοτώνει Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Αλλά τελικά η Κρήτη καταλαμβάνεται από αερομεταφερόμενες μεραρχίες, και η ελληνική κυβέρνηση, που λίγο πριν διά διαγγέλματος είχε δηλώσει πως θα συνεχίσει απ’ την Κρήτη τον αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας, καβαλάει τα ψηλά κρητικά βουνά και φτάνει στο λιβυκό πέλαγος. Μαζί της σε τούτη την πορεία και ο βασιλιάς, που υποθέτω πως για πρώτη φορά στη ζωή του αντιλαμβάνεται τι σημαίνει να είσαι στρατιώτης του πεζικού.
Στο μεταξύ, οι Γερμανοί έχουν μπει στην Αθήνα την 27η Απριλίου 1941, εικοσιμία μέρες μετά την εκδήλωση της επίθεσης. Όλη η Ελλάδα τώρα βρίσκεται υπό γερμανική κατοχή.

Advertisements
This entry was posted in ΙΣΤΟΡΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε! Σχόλια στα σκουπίδια των greeklish διαγράφονται άμεσα.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s