Το νόημα της ζωής!


jordaens-jacobΣΙΛΗΝΟΣ. Μιά συμβουλή σου θέλω. Άπό τά κρέατα του
χαψιά νά μην αφήσεις. Κι α δαγκώσεις
καί τή γλώσσα του, Κύκλωπα, ξυπνότατος
και ροδάνι στή γλώσσα θά μου γίνεις.
ΚΥΚΛΩΠΑΣ. Γιά τους σοφούς, αντρούλη, μόνο ό πλούτος
είναι Θεός και τάλλα είν’ όλα λόγια
παχειά κι όμορφα. Εμέ γιά τ’ ακρογιάλια
πούναι οί ναοί στημένοι του πατέρα μου
καθόλου δέ με κόφτει· και δέν ξέρω
γιά ποιο λόγο τάνάφερες. Του Δία
τ’ αστροπελέκι, αν πεις, δέν τό φοβάμαι,
ούτε ξέρω άν ό Δίας είναι ανώτερος
από μένα θεός· τά παραπέρα
δέ μέ νοιάζουν λοιπόν κι άκου τό λόγο:
Όταν ρίχνει βροχή από πάνω ό Δίας,
στεγνή σ’αυτό τό βράχον έχω σκέπη
και τρώγοντας ψητό μοσκάρι ή αγρίμι
κι άπό πάνω ένα ολόγιομο καρδάρι
κατεβάζοντας γάλα κι έτσι ανάσκελα
ξαπλωτός τήν κοιλιά καλοποτίζοντας,
μέ τις βροντές του Δία συναγωνίζομαι
βροντές κι εγώ αμολώντας από πίσω.
Κι ότα ό Θρακιάς Βοριάς ρίχνει τό χιόνι,
θεριών τομάρια ντύνομαι κι ανάβω
φωτιά—και γιά τό χιόνι δέ μέ μέλει.
Κι η γη άπ’ ανάγκη, θέλοντας και μή,
τή χλόη γεννώντας τρέφει τά κοπάδια μου
πού εγώ δέν τά θυσιάζω σέ κανέναν,
παρά σέ μένα—κι όχι στους θεούς—
καί στην κοιλιά μου αυτή, τήν πιο μεγάλη
άπ’ όλες τις θεότητες. Νά πίνεις
καί νά τρως κάθε μέρα, καί καθόλου
νά μή στεναχωριέσαι, αυτό σημαίνει
Δίας γιά κείνους πού έχουν τά μυαλά τους.
Κι όσο γι’ αυτούς πού βάλανε τους νόμους,
των ανθρώπων στολίζοντας τό βίο,
κακό χαμό νά βρούνε !—τήν ψυχή μου
δέ θά πάψω νά ευφραίνω εγώ ποτέ μου
—κι έσέν’ ακόμα τρώγοντας. Καί δώρα
φιλοξενίας (καμιά γιά να μήν έχω
κατηγόρια κι εγώ) θά σου χαρίσω φωτιά και
(Δείχνοντας το ρυάκι)
τό νερό το πατρικό μου
και λεβέτι πού βράζοντας τή σάρκα σου
θά την καλοδεχτεί κομματιασμένη.
Μα εμπρός, τραβάτε μέσα και σταθητε
(Δείχνοντας την κοιλιά του )
γύρω από τό βωμό του θεού της μάντρας,
κι έτσι καλοδειπνάτε με. Εμπρός, μπάτε.
(Τους σπρώχνει μέσα)
ΟΔΥΣΣΕΑΣ. ‘Αλλοίμονο, τά βάσανα της Τροίας
και του πελάου πού ξέφυγα, νά πέσω
στη γνώμη ανθρώπου ανόσιου και νάράξω
στην αφιλόξενη καρδιά του, άλλοίμονό μου.
Ω Παλλάδα μου, ώ δέσποινα Διογέννητη
θέαινα, τώρα βόηθα, βοήθησε με,
γιατί σ’ αγώνες βρίσκομαι χειρότερους
από της Τροίας, πατώντας τό κατώφλι
του πιό τρανού κινδύνου. Κι εσύ πώχεις
τά λαμπερά άστροτόπια κατοικία σου,
Ξένιε Δία, ώ, βλέπε τα. Μ’ αν όμως
δέν τά βλέπεις, του κάκου σέ πιστεύουν
γιά θεόν—ενώ τίποτε δέν είσαι.

Ευριπίδης, Κύκλωπας, στίχοι 314-355 [έκδοση Ζαχαρόπουλος, χ.χ., μετάφραση Παναγή Λεκατσά].

Advertisements
This entry was posted in ΠΟΙΗΣΗ and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε! Σχόλια στα σκουπίδια των greeklish διαγράφονται άμεσα.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s