Ο μύθος του Πρωταγόρα [Αιδώς και Δικαιοσύνη].


plato-hellas

Πλάτων

Πλάτωνος, Φαίδων -Πρωταγόρας [έκδοση ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, 2004, μετάφραση Β. Τατάκη, σελίδες 45-57].

Αλήθεια, είπα εγώ, όμορφη επινόηση έκαμες, άν βέβαια τήν έχης κάμει κτήμα σου. Μιλώ έτσι γιατί θά πώ σέ σένα εκείνα ακριβώς πού σκέπτομαι. Αυτό τό πράγμα (Πολιτική), Πρωταγόρα, εγώ δέν πίστευα ότι είναι διδακτό, τήν ώρα όμως πού εσύ βεβαιώνεις τό αντίθετο, δέν μπορώ νά δυσπιστώ. Είναι όμως σωστό νά πώ τί μέ κάνει νά νομίζω ότι αυτό τό πράγμα (εννοεί την Πολιτική τέχνη) δέν είναι διδακτό κι ούτε μπορούν άνθρωποι νά τό διαμορφώσουν σέ άλλους ανθρώπους. Νά, δέχομαι ότι οί Αθηναίοι, όπως καί οί άλλοι Έλληνες είναι μυαλωμένοι άνθρωποι. Βλέπω λοιπόν, ότι έχωμε συνέλευση στην εκκλησία του δήμου, ότι όσες φορές η πόλη πρόκειται νά αποφασίση κάτι για οικοδομικά, στέλνουν και φέρνουν τους οικοδόμους νά τους συμβουλέψουν γιά τα οικοδομήματα κι όταν πρόκειται γιά ναυπηγικά, τους ναυπηγούς· το ίδιο γίνεται και γιά όλα τά άλλα, όσα πιστεύουν ότι μαθαίνονται και διδάσκονται· κι αν κάποιος άλλος, πού δεν τόν νομίζουν εκείνοι τεχνικό, πάη νά δώση γνώμη, κι ας είναι πολύ όμορφος και πλούσιος και από γενιά, δέν τον ακούν καθόλου περισσότερο, αλλά τόν κοροϊδεύουν και δημιουργούν θόρυβο, ωσότου ή μόνος του αυτός πού επιχειρεί νά μιλήση αποχωρήση ζαλισμένος από το θόρυβο, ή οί τοξότες τον τραξήξουν από τό βήμα ή τόν βγάλουν έξω με διαταγή τών πρυτάνεων (Πρυτάνεις = οι δέκα βουλευτές από την φυλή που είχε την προεδρία της Βουλής, της εκκλησίας του δήμου). Έτσι λοιπόν φέρνονται, όταν πρόκειται γιά ζητήματα πού απαιτούν τεχνικές γνώσεις· όταν όμως πρόκειται νά σκεφτούν γιά όσα αναφέρονται στη διακυβέρνηση γενικά της πόλεως, όμοιά τότε σηκώνεται και τους δίνει τή γνώμη του και οικοδόμος και χαλκιάς και σκυτοτόμος, έμπορος και ναυτικός, πλούσιος και φτωχός, ευγενής και άνθρωπος του λαού, και κανείς δέν τούς μαλώνει γι’ αυτό, όπως τους πρίν, ότι χωρίς πουθενά νά σπουδάση, και ενώ δέν είχε δάσκαλο νά τόν διδάξη, σηκώνεται και θέλει νά δίνη γνώμη· γιατί είναι φανερό, πως αυτό δέν τό νομίζουν διδακτό. Και μή νομίζης ότι μόνο στις δημόσιες υποθέσεις είναι έτσι· και στην ιδιωτική τους ζωή οι περισσότερο ικανοί και άριστοι πολίτες μας δέν μπορούν να μεταδώσουν σε άλλους τήν αρετή ακριβώς πού έχουν οι ίδιοι· νά κι’ ό Περικλής, ο πατέρας τούτων εδώ τών νεανίσκων, σέ όσα ήταν δουλειά δασκάλων σπούδασε τά παιδιά του όμορφα και καλά, όσο γιά κείνα όμως πού ό ίδιος ξέρει και έχει, σ’ αυτά ούτε ό ίδιος τους εκπαιδεύει ούτε τους παραδίνει σέ άλλον νά τους μορφώση, αλλά μόνοι τους τριγυρίζουν εδώ κι εκεί και βόσκουν σάν τά ζώα πού τ’ αφήνουν ελεύθερα, ίσως και συναντήσουν μόνοι τους κάπου τυχαία τήν αρετή. Ακόμη νά, και τόν Κλεινία (είναι ο εκλεκτός έφηβος που με τόση φροντίδα κι αγάπη παρουσιάζει ο Πλάτων στον Ευθύδημο), τόν μικρότερο αδελφό τούτου εδώ του Αλκιβιάδη, πού ό ίδιος ό Περικλής τον επιτροπεύει, επειδή φοβήθηκε γι’ αυτόν μήπως δά τόν χαλάση ό Αλκιβιάδης, τόν χώρισε από τούτον καί παραδίδοντας τον στον Άρίφρονα τόν μόρφωνε· πρίν όμως περάσουν εξ μήνες του τόν έστειλε πίσω ό Άρίφρων, γιατί δέν μπορούσε νά τον ωφελήση. Και άλλους πολλούς μπορώ νά σου αναφέρω, που ενώ οι ίδιοι ήταν άνθρωποι μέ αξία, ποτέ τους κανένα δέν έκαμαν καλύτερο άνθρωπο ούτε δικό τους ούτε ξένο. Εγώ λοιπόν, Πρωταγόρα, έχοντας αυτά υπόψη μου δέ νομίζω ότι η αρετή είναι διδακτή· μα επειδή σέ ακούω νά λές αυτά τά πράγματα, λυγίζω και φαντάζομαι πώς κάτι σωστό λέγεις, γιατί πιστεύω πώς εσένα σέ δίδαξε πολλά η πείρα, ότι πολλά έχεις μάθει από σπουδές καί πολλά άλλα μόνος σου έχεις ανακαλύψει. Αν μπορής λοιπόν νά μας δείξης καθαρότερα ότι η αρετή είναι διδακτό, μή μας τό αρνηθής, απόδειξε μας το.
Αλλά, Σωκράτη, είπε, δέ θά αρνηθώ· μόνο, θέλετε σάν μεγαλύτερος μιλώντας σέ νεώτερους νά δώσω τήν απόδειξη μέ μύθο, ή νά τήν αναπτύξω μέ επιχειρήματα;—Πολλοί λοιπόν από τους ακροατές του είπαν, όπως θά ήθελε έτσι νά τήν αναπτύξη.—Μου φαίνεται λοιπόν, είπε, ότι πιό ευχάριστο είναι νά σας πω ένα μύθο.
Ήταν κάποτε καιρός πού θεοί υπήρχαν, θνητά όμως γένη δέν υπήρχαν. Κι όταν ήρθεν ό χρόνος ό ορισμένος από τη μοίρα γιά τή γέννηση κι αυτών, τα πλάθουν οί θεοί στά έγκατα της γης από μείγμα γης καί φωτιάς, καί από όσα ανακατεύονται μέ γη καί φωτιά. Κι όταν ήρθε η ώρα νά τά φέρουν στό φως, διέταξαν οί θεοί τόν Επιμηθέα νά εφοδιάσουν καί νά μοιράσουν στό καθένα τους ταιριαστές ιδιότητες. Ο Έπιμηθεύς ζητά τότε από τόν Προμηθέα νά τόν αφήση νά κάμη αυτός τή διανομή. Κι άμα, είπε, εγώ τελειώσω, κάνεις εσύ τήν επιθεώρηση σου· έτσι τόν έπεισε καί κάνει τή διανομή. Μοιράζοντας λοιπόν, σέ άλλα έδινε δύναμη χωρίς ταχύτητα, άλλα τά πιό αδύνατα τά εφοδίαζε μέ ταχύτητα· σέ άλλα έδινε όπλα, καί όσων άφηνε άοπλη τή φύση γι’ αυτά έβρισκε μέ τό νου του κάποιαν άλλη ικανότητα γιά τή σωτηρία τους. Όσα, αλήθεια, άπ’ αυτά έντυνε μέ μικρό σώμα, σ’ αυτά έδινε τήν ικανότητα νά φεύγουν πετώντας ή νά κατοικούν μέσα στή γη· κι όσα μεγάλωνε κατά τό μέγεθος, μ’ αυτό τό ίδιο πάλι τά έσωζε· έτσι μοίραζε καί τις άλλες ιδιότητες ισορροπώντας τις μ’ αυτό τόν τρόπο. Όλα αυτά τά σοφιζόταν, επειδή πολύ πρόσεχε μήπως κανένα γένος έξαφανιστή. Κι αφού τά εφοδίασε αρκετά γιά νά ξεφεύγουν τήν άλληλοκαταστροφή, σοφιζόταν μέσα προστατευτικά γιά τις μεταβολές του καιρού πού στέλνει ό Ζευς, ντύνοντας τα μέ πυκνό τρίχωμα καί στερεά δέρματα, ικανά νά προφυλάσσουν από τό κρύο, κατάλληλα και γιά τίς ζέστες, κι, ακόμη, όταν πάνε νά κοιμηθούν, τά ίδια αυτά νά τους είναι στρωσίδι δικό τους καί από φυσικού του στό καθένα, και παπουτσώνοντας τα άλλα μέ οπλές,κι άλλα [μέ τρίχωμα καί] μέ δέρματα στερεά και άναιμα. Ύστερα άπ’ αυτό τους προμήθευε τροφές σέ άλλα άλλες, σέ άλλα χορτάρι από τή γη, σέ άλλα καρπούς δέντρων, και σέ άλλα ρίζες· σέ μερικά άφησε τροφή τους νά είναι η βορά άλλων ζώων σ’ αυτά όμως τά ζώα ταίριασε τήν ιδιότητα νά γεννούν λίγους απογόνους, ενώ σέ κείνα πού τρώγονταν άπ’ αυτά, ταίριασε τήν πολυγονία, βρίσκοντας έτσι σωτηρία γιά τό γένος τους. Επειδή όμως ό Επιμηθεύς δεν ήταν πολύ σοφός καταξόδεψε, χωρίς νά τό πάρη είδηση, τις ιδιότητες στά άλογα ζώα· του έμενε ακόμη ανεφοδίαστο τό γένος των ανθρώπων, καί δέν ήξερε τί νά κάμη.
Απάνω σ’ αυτό τό αδιέξοδο έρχεται ο Προμηθεύς νά επιθεώρηση τήν κατανομή, καί βλέπει τά άλλα ζώα νά τά έχουν όλα ταιριαστά, καί τον άνθρωπο τόν βλέπει γυμνό, καί ανυπόδητο, χωρίς στρωσίδι καί όπλο· ερχόταν κιόλας καί η ορισμένη από τή μοίρα μέρα, όπου έπρεπε καί ό άνθρωπος νά βγη από τό γη στό φώς. Κυριευμένος ό Προμηθεύς από τή δυσκολία τί λογής σωτηρία νά βρή γιά τόν άνθρωπο, παίρνει κρυφά τήν τεχνική ικανότητα του Ηφαίστου καί της Αθηνάς καί μαζί τή φωτιά—γιατί ήταν αδύνατο νά αποκτήση κανείς ή νά χρησιμοποίηση τήν ικανότητα αυτή χωρίς φωτιά—καί έτσι δα τή δωρίζει στον άνθρωπο. Έτσι λοιπόν απέκτησε ό άνθρωπος τις τέχνες πού του χρειάζονται γιά τή ζωή του, τήν πολιτική όμως ικανότητα δέν τήν είχε· γιατί αυτή ήταν κοντά στό Δία. Κι ό Προμηθέας δέν είχε πιά τόν καιρό νά μπη μέσα στην ακρόπολη, στην καθέδρα του Δία· κοντά σ’ αυτό καί οί φρουροί του Δία ήταν φοβεροί· στό κοινό όμως εργαστήρι της Αθηνάς καί του Ηφαίστου, όπου οί δυό τους εργάζονταν τις τέχνες τους, μπαίνει κρυφά, κλέβει τις τέχνες μέ φωτιά του Ηφαίστου και τις άλλες της Αθηνάς καί τις δίνει στον άνθρωπο· άπ’ αυτό είναι πού ό άνθρωπος είχε πλούσια τά μέσα γιά τή ζωή του, ό Προμηθεύς όμως έξ αίτιας του Έπιμηθέως κατηγορήθηκε ύστερα, όπως λέγουν, για κλοπή.
Και επειδή ό άνθρωπος κρατεί από θεϊκή μοίρα, πρώτα πρώτα, ένεκα της συγγένειας προς [τόν θεό], μόνος από τά ζώα πίστεψε θεούς, καί προσπαθούσε νά ίδρύη καί βωμούς καί αγάλματα θεών· έπειτα γλήγορα κατώρθωσε νά διαρθρώση μέ τή γνωστή τέχνη φωνή καί λέξεις, καί βρήκε κατοικίες καί ενδύματα καί υποδήματα καί στρωσίδια καί τίς τροφές από τή γη. Έτσι εφοδιασμένοι οι άνθρωποι στην αρχή κατοικούσαν διασκορπισμένοι· δεν υπήρχαν όμως πόλεις. Καταστρέφονταν λοιπόν από τα θηρία, γιατί παντού και πάντα ήταν ασθενέστεροι άπ’ αυτά· οι τεχνικές τους δεξιότητες, καλός βοηθός γιά τόν πορισμό τροφής, υστερούσαν στον πόλεμο μέ τά θηρία· γιατί δεν είχαν ακόμη τήν πολιτική τέχνη, πού μέρος της είναι η πολεμική. Επιδίωκαν λοιπόν νά συγκεντρωθούν πολλοί μαζί και νά εξασφαλίσουν τή σωτηρία τους χτίζοντας πόλεις· όταν όμως μαζεύονταν, αδικούσαν ο ένας τόν άλλον, γιατί δέν είχαν τήν πολιτική τέχνη, ώστε πίσω πάλι σκορπίζονταν εδώ και κει και καταστρέφονταν. Ο Ζευς τότε επειδή φοβήθηκε γιά τό γένος μας, μήπως ολότελα εξαφανιστή, στέλνει τόν Έρμή νά φέρη στους ανθρώπους τήν αιδώ και τή δικαιοσύνη, γιά νά υπάρξη αρμονία στις πόλεις και δεσμοί φιλίας δημιουργοί. Ρωτά λοιπόν ό Έρμης τό Δία, μέ τί τρόπο νά δώση τή δικαιοσύνη και τήν αιδώ στους ανθρώπους· νά τις μοιράση κι αυτές έτσι όπως έχουν μοιραστή οι τέχνες; Τούτες έτσι έχουν μοιραστή· ένας πού ξέρει τήν ιατρική είναι αρκετός γιά πολλούς πού δέν τήν ξέρουν· έτσι και οί άλλοι τεχνίτες. Και τή δικαιοσύνη λοιπόν και τή ντροπή έτσι νά τις βάλω μέσα στους ανθρώπους, ή νά τις μοιράσω σέ όλους: Σέ όλους, είπεν ό Ζευς, και όλοι νά έχουν τό μερδικό τους· γιατί δε θά μπορούσαν νά υπάρχουν πόλεις, άν λίγοι μόνο μετείχαν σ’ αυτά, όπως στις άλλες τέχνες· και νά βάλης νόμο από μέρους μου όποιον δέν είναι ικανός νά μετέχη στή δικαιοσύνη και τήν έντροπή νά τόν σκοτώνουν ώς άρρώστεια γιά τήν πόλη.  (και νόμον γε θες παρ’  εμού τον μη δυνάμενον αιδούς και δίκης μετέχειν κτείνειν ως νόσον πόλεως)
Έτσι λοιπόν, Σωκράτη, και γι αυτούς τους λογούς και οι άλλοι και οί Αθηναίοι, όταν πρόκειται γιά τεκτονική ή καμία άλλη τεχνική ικανότητα, νομίζουν ότι λίγοι έχουν τό δικαίωμα νά δίνουν γνώμη, κι άν κάποιος όντας έξω από τους λίγους έπιχειρή νά δίνη γνώμη, δέν άνέχονται, όπως σύ υποστηρίζεις· μέ τό δίκιο τους, όπως, λέγω εγώ· όταν όμως έρχωνται νά ζητήσουν γνώμη σέ θέμα πού αναφέρεται σέ πολιτική ικανότητα, γνώμη πού ολόκληρη πρέπει νά περνά από τή δικαιοσύνη και τή σωφροσύνη, τότε σωστά δέχονται νά ακούν κάθε άνδρα, μέ τή σκέψη ότι καθένας ταιριάζει νά έχη μέρος στην αρετή, άλλιώς δε θα υπάρχουν πόλεις. Τούτη είναι, Σωκράτη, η αιτία αυτού του πράγματος.
Και για νά μή νομίζης πώς πέφτεις σέ πλάνη, αν δεχτής ότι πράγματι όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν πώς καθένας μετέχει στή δικαιοσύνη και τήν άλλη πολιτική αρετή, νά πάρε τούτη εδώ τήν απόδειξη. Στις άλλες, αλήθεια, ικανότητες, πού σύ ανάφερες, αν κανείς ισχυρίζεται ότι είναι καλός αυλητής, ή ξέρει κάποια άλλη τέχνη πού δέν ξέρει, ή τόν κοροϊδεύουν ή θυμώνουν μαζί του, καί οί δικοί του έρχονται και προσπαθούν νά τόν φέρουν στά λογικά του, σάν νά είναι τρελός. Στή δικαιοσύνη όμως και στην άλλη πολιτική αρετή, ακόμη και αν ξέρουν κάποιον πώς είναι άδικος, άν αυτός μόνος του μπροστά σέ πολλούς λέγη τήν αλήθεια για τόν εαυτό του, εκείνο πού νόμιζαν στην πρώτη περίπτωση σωφροσύνη, νά λέγη κανείς τήν αλήθεια, εδώ τό λένε τρέλα, και δέχονται πώς όλοι πρέπει νά λένε ότι είναι δίκαιοι, είτε είναι είτε όχι, και ότι είναι τρελός όποιος δέν προσποιείται δικαιοσύνη· γιατί (είναι) αναγκαίο νά μήν υπάρχη κανείς πού κατά κάποιο τρόπο νά μή μετέχη σ’ αυτήν, αλλιώς νά μή ζή μαζί μέ τους ανθρώπους.
Όσο γιά τό ζήτημα λοιπόν ότι εύλογα δέχονται οί Αθηναίοι κάθε άνδρα σύμβουλο σ’ αυτή τήν αρετή, γιατί πιστεύουν ότι καθένας μετέχει σ’ αυτήν, αυτά λέγω. Ότι όμως δέν πιστεύουν ότι η αρετή αυτή έρχεται από τή φύση ούτε από τύχη, αλλά διδάσκεται, και τή φτάνει, όποιος τή φτάνει, μέ τήν επιμέλεια του, αυτό ύστερα από τό πρώτο θέμα θά προσπαθήσω νά σου αποδείξω. Γιατί γιά όσα κακά πιστεύουν οι άνθρωποι, ο ένας γιά τόν άλλον, ότι τά έχουν από τή φύση, ή από τύχη, κανείς ούτε θυμώνει, ούτε συμβουλεύει ούτε διδάσκει ούτε τιμωρεί όσους τά έχουν, γιά νά πάψουν νά είναι τέτοιοι, αλλά τους λυπούνται· στους άσχημους λόγου χάρη, τους κοντούς ή αδύνατους ποιος είναι τόσο ανόητος ώστε νά επιχειρή νά τους κάμη κάτι άπ’ αυτά πού είπα; Γιατί ξέρουν, νομίζω, ότι από τή φύση και τήν τύχη έρχονται στους ανθρώπους οί καλές αυτές ιδιότητες και οί αντίθετες τους· όσα αγαθά όμως νομίζουν ότι τά αποκτούν οί άνθρωποι από επιμέλεια, άσκηση και διδασκαλία, όταν κανείς δέν τά έχη, αλλά έχη τά αντίθετα τους κακά, γι’ αυτά είναι πού έχομε και τους θυμούς και τις τιμωρίες και τις παραινέσεις.
Ένα από αυτά είναι και η αδικία και η ασέβεια και με μιά λέξη ό,τι είναι αντίθετο στην πολιτική αρετή· Όπου λοιπόν καθένας θυμώνει μέ τόν καθένα και τόν νουθετεί, είναι φανερό πώς αυτό γίνεται γιατί πιστεύουν ότι τήν αρετή αυτή τήν αποκτά κανείς μέ επιμέλεια και μάθηση. Αν θελήσης αλήθεια, Σωκράτη, νά στοχαστής σε τι αποσκοπεί η τιμωρία τών άδικούντων, μόνο του αυτό θα σου αποδείξη, ότι ό κόσμος τουλάχιστο πιστεύει ότι η αρετή είναι κάτι πού το αποκτά κανείς. Γιατί κανείς δέν τιμωρεί όσους κάνουν το άδικο, έχοντας το νου του σ’ αυτό, στο ότι αδίκησαν, και έξ αιτίας αυτού, όποιος βέβαια δέ ρίχνεται σα θηρίο στην εκδίκηση, ασυλλόγιστα. Όποιος μέ σκέψη έρχεται στην τιμωρία, δέν τιμωρεί ένεκα του αδικήματος πού έγινε—ό,τι έγινε δέν είναι δυνατό νά κάμης νά μή έχη γίνει—αλλά γιά τό μέλλον, γιά νά μή αδικήση ξανά μήτε αυτός ό ίδιος, μήτε άλλος πού είδε νά τιμωρούν αυτόν. Και όταν σκέπτεται έτσι, σκέπτεται ότι η αρετή διδάσκεται· τιμωρεί λοιπόν γιά νά αποτρέψη από τό κακό. Αυτή λοιπόν τή γνώμη έχουν όσοι επιβάλλουν τιμωρίες και στην ιδιωτική και στή δημόσια ζωή· και τιμωρίες και κολασμούς επιβάλλουν και οι άλλοι άνθρωποι σέ όσους νομίζουν ότι κάνουν αδικίες, καί μάλιστα οι Αθηναίοι, οι συμπολίτες σου· ώστε σύμφωνα μέ τις σκέψεις αυτές και οι Αθηναίοι είναι από κείνους πού πιστεύουν ότι η αρετή διδάσκεται και μαθαίνεται. Ότι λοιπόν σωστά δέχονται οί συμπολίτες σου και τό χαλκιά και τό σκυτοτόμο νά δίνουν γνώμη γιά τά θέματα της πολιτικής αρετής, και ότι πιστεύουν πώς η αρετή διδάσκεται και μαθαίνεται, σου απέδειξα, Σωκράτη, ικανοποιητικά, όπως μου φαίνεται

Advertisements
This entry was posted in ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε! Σχόλια στα σκουπίδια των greeklish διαγράφονται άμεσα.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s