Κατά Επικράτους και των συμπρεσβευτών.


Lysias

Λυσίας

Λυσίας, Άπαντα, τόμος 1, [έκδοση ΚΑΚΤΟΣ, 1993, μετάφραση Γεωργίου Κυριαζή, σελίδες 45-51].

Οι κατηγορίες, άνδρες Αθηναίοι, κατά του Επικράτη και των συμπρεσβευτών είναι αρκετές. Πρέπει να θυμηθείτε ότι πολλές φορές ακούσατε τούτους να λένε, όποτε ήθελαν να καταστρέψουν άδικα κάποιον, πως, αν δεν καταδικάζατε εκείνους τους οποίους σας ζητούσαν, θα στερηθείτε τον μισθό σας. Τώρα, λοιπόν, εξίσου υπάρχει τόση έλλειψη, που ο λαός… Και η ντροπή από τούτους περιέρχεται σε σας, τα κέρδη όμως σε κείνους· διότι γνωρίζουν από πείρα ότι, όποτε αυτοί και τα λόγια τους είναι αιτία για σας ν’ αποφασίσετε αντίθετα από το δίκαιο, εύκολα παίρνουν χρήματα από κείνους, οι οποίοι αδικούν. Ποια λοιπόν ελπίδα σωτηρίας υπάρχει, τη στιγμή που εξαρτάται από τα χρήματα να σωθεί ή όχι η πόλη, και τούτοι που τους τοποθετήσατε φύλακες, οι τιμωροί των αδίκων, κλέβουν και δωροδοκούνται; Και δεν είναι μόνο τώρα που φάνηκαν ν’ αδικούν, αντίθετα έχουν δικαστεί και παλαιότερα για δωροδοκία. Για τούτο μπορώ να σας κατηγορήσω, ότι καταδικάσατε για το ίδιο αδίκημα τον Ονομάσαντα, ενώ αθωώσατε τούτον παρ’ ότι είχε κατηγορήσει και τους δύο ο ίδιος άνθρωπος και είχαν καταθέσει οι ίδιοι μάρτυρες , οι οποίοι δεν τα είχαν πληροφορηθεί από άλλους, αλλά ήταν οι ίδιοι που είχαν ενεργήσει σχετικά με τούτους για τα χρήματα και τα δώρα. Ωστόσο όλοι γνωρίζετε τούτο, πως, δηλαδή, όχι όποτε τιμωρείτε όσους δεν έχουν δυνατότητα να μιλήσουν, τότε αποτελεί ένδειξη ότι δεν αδικείτε· αντίθετα, όποτε καταδικάζετε εκείνους που είναι ικανοί (στον λόγο), τότε θα σταματήσουν όλοι τις προσπάθειες να σας βλάψουν. Τώρα με ασφάλεια μπορούν να κλέβουν τα δικά σας, κι αν ξεφύγουν, θα τ’ απολαύσουν άφοβα, αν όμως αποκαλυφθούν, είτε θα εξαγοράσουν τον κίνδυνο με μέρος των κλοπιμαίων είτε, αν παραπεμφθούν σε δίκη, σώζονται με την ικανότητα τους. Τώρα λοιπόν, άνδρες δικαστές, να παραδειγματίσετε τους άλλους να είναι δίκαιοι, τιμωρώντας τούτους. Ήλθαν εδώ όλοι όσοι ασχολούνται με τα κοινά όχι για να μας ακούσουν, αλλά για να μάθουν ποια απόφαση θα πάρετε σχετικά με όσους αδικούν. Έτσι, αν τους απαλλάξετε, δεν θα τους φανεί καθόλου φοβερό να σας εξαπατήσουν και να ωφελούνται από τις περιουσίες σας· αν όμως τους τιμωρήσετε και τους καταδικάσετε σε θάνατο, με την ίδια απόφαση και τους άλλους θα κάνετε πιο ευπρεπείς απ’ ό,τι είναι τώρα, και επιπλέον θα έχετε τιμωρήσει τούτους. Νομίζω μάλιστα, άνδρες Αθηναίοι, πως κι αν ακόμη τους καταδικάζατε στη βαρύτερη ποινή χωρίς να τους δικάσετε ή, όταν απολογούνται, χωρίς να θελήσετε ν’ ακούσετε, δεν θα καταστρέφονταν άκριτοι, αλλά θα λάμβαναν την πρέπουσα τιμωρία. Διότι δεν είναι άκριτοι τούτοι, για τους οποίους αποφασίζετε γνωρίζοντας καλά τα έργα τους, αλλά όσοι δεν μπορέσουν ν’ ακουστούν, συκοφαντημένοι από τους αντιπάλους για πράγματα που σεις αγνοείτε. Τούτους και τα γεγονότα κατηγορούν και μεις μαρτυρούμε εναντίον τους. Δεν φοβάμαι βέβαια πως, αν τους ακούσετε, θα τους αθωώσετε, πιστεύω όμως πως, αν τους καταδικάσετε αφού τους ακούσετε, δεν θα τιμωρηθούν όπως τους αξίζει. Πώς, λοιπόν, (θα γίνει τούτο), άνδρες δικαστές, γι’ αυτούς που δεν έχουν το ίδιο με σας συμφέρον; Διότι τούτοι στη διάρκεια του πολέμου από φτωχοί έγιναν πλούσιοι με τις περιουσίες σας, σεις όμως εξαιτίας τους γίνατε φτωχοί. Κι ωστόσο, αληθινά, έργο των καλών πολιτικών δεν είναι να δαπανούν στις συμφορές σας τα υπάρχοντα σας, αλλά να σας δίνουν τα δικά τους. Έχουμε φτάσει πραγματικά σε τέτοιο σημείο, ώστε εκείνοι που πρωτύτερα -την περίοδο της ειρήνης – δεν ήταν σε θέση να συντηρούν ούτε τους εαυτούς τους, τώρα καταβάλλουν εισφορές και αναλαμβάνουν χορηγίες και κατοικούν σε μεγαλοπρεπή σπίτια. Κι όμως άλλους που είχαν πατρική περιουσία κι έκαναν τα ίδια κάποτε τους φθονούσατε· τώρα η πόλη βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση, που όχι μόνο δεν εξοργίζεστε πια για όσα κλέβουν τούτοι, αλλά και τους ευγνωμονείτε για όσα παίρνετε, σαν να εκτελείτε τις υποθέσεις τους έναντι μισθού, και όχι (σαν) αυτοί να κλέβουν τα δικά σας. Ωστόσο το σπουδαιότερο απ’ όλα είναι πως στις ιδιωτικές τους δίκες όσοι αδικούνται δακρύζουν και είναι αξιολύπητοι, ενώ στις δημόσιες αξιολύπητοι είναι όσοι αδικούν, και σεις οι αδικημένοι τους ελεείτε. Ίσως όμως τώρα επιδοθούν στα ίδια που συνήθιζαν παλαιότερα συνδημότες και φίλοι, να σας ζητήσουν κλαίγοντας την απαλλαγή τους. Εγώ όμως ζητώ να γίνει τούτο-αν νομίζουν πως δεν έχουν διαπράξει αδίκημα, τότε ας σας πείσουν να τους αθωώσετε, αποδείχνοντας τις κατηγορίες ψέματα- αν όμως ζητούν την αθώωση τους, γνωρίζοντας πως έχουν αδικήσει, τότε είναι φανερό πως συμπαθούν περισσότερο αυτούς που αδικούν, παρά εσάς που αδικείστε- συνεπώς δεν αξίζουν εύνοια αλλά τιμωρία, όταν θα είστε σε θέση . Πρέπει επίσης να έχετε τη γνώμη πως τούτοι παρακάλεσαν πιεστικά και τους κατηγόρους, νομίζοντας πως από μας τους λίγους θ’ αποσπούσαν ευκολότερα τη χάρη τούτη, παρά από σας, και πως κάποιοι άλλοι θα χάριζαν ίσως ευκολότερα τα δικά σας, απ’ ό,τι βέβαια σεις. Εμείς, λοιπόν, δεν θελήσαμε να σας προδώσουμε, αξιούμε, όμως, ούτε και σεις (ν’ αδικήσετε) εμάς, αναλογιζόμενοι πως θα εξοργιζόσαστε μαζί μας και θα μας τιμωρούσατε, όπου κάναμε σφάλμα, όπως είναι λογικό για όσους διαπράττουν αδικίες, σε περίπτωση που δεχόμαστε από τούτους χρήματα ή συμβιβαζόμαστε με κάποιον άλλο τρόπο. Όμως, αν οργίζεστε με κείνους που δεν ενεργούν με τιμιότητα, πολύ περισσότερο, αλήθεια, θα πρέπει να τιμωρείτε τους ίδιους τους αδικούντες. Τώρα λοιπόν, άνδρες δικαστές, αφού καταδικάσετε τον Επικράτη, να του επιβάλετε τη βαρύτερη ποινή και να μην κάνετε όπως συνηθίζατε στο παρελθόν, όταν κρίνατε ενόχους και καταδικάζατε όσους διέπρατταν αδικίες, αλλά κατά την κατάγνωση της ποινής τους αφήνατε ατιμώρητους. Έτσι προκαλούσατε έχθρες, όχι όμως και την τιμωρία των αδικούντων, σαν να τους ένοιαζε η ντροπή και όχι η τιμωρία, καθώς γνωρίζετε καλά πως με την απόφαση δεν κάνετε τίποτε άλλο από το να ντροπιάζετε όσους διαπράττουν αδικίες, ενώ με την ποινή τιμωρείτε όσους παρανομούν.

Σημείωση. Ποιος ήταν ο Επικράτης. Στην εισαγωγή του Λόγου αυτού ο μεταφραστής Γεώργιος Κυριαζής μας διαφωτίζει:

Για το πρόσωπο του Επικράτη παρέχει πληροφορίες ο Δημοσθένης στον λόγο του «Περί της παραπρεσβείας» (παρ. 276-277). Τούτος ανήκε στους δημοκρατικούς, που μετά την κατάλυση του καθεστώτος των Τριάκοντα είχαν επιστρέψει από τον Πειραιά. Συνδέθηκε με τα γεγονότα της έναρξης του Κορινθιακού πολέμου (392-387 π.Χ.). Όταν οι Πέρσες έστειλαν με τον Ρόδιο Τιμοκράτη χρήματα στην Ελλάδα, προσεταιριζόμενοι τη Θήβα, την Κόρινθο, το Άργος και αργότερα την Αθήνα, αναφέρεται πως ο Επικράτης πήρε, μαζί με άλλους, μέρος από αυτά. Αντίθετες γνώμες σχετικά με τη στάση των Αθηναίων φαίνονται αβάσιμες.
Ο Επικράτης στάλθηκε πρεσβευτής στην Περσία. Κατηγορήθηκε ότι πήρε χρήματα και για τούτο παραπέμφθηκε το 389 π.Χ. σε δίκη με ενδειξιν. (Σύμφωνα με τη διαδικασία της ενδείξεως, ο κατήγορος επέδιδε γραπτή έγκληση στον άρχοντα, ο οποίος με τη σειρά του διέτασσε τη σύλληψη και φυλάκιση του εγκαλουμένου). Τα γεγονότα για τα οποία κατηγορήθηκε είχαν συμβεί πριν τρία περίπου χρόνια, αλλά είναι γνωστό πως ήταν στη δικαιοδοσία του κατηγόρου να επιλέξει τον χρόνο παραπομπής των κατηγορουμένων σε δίκη, σταθμίζοντας τις ευνοϊκότερες για το εγχείρημα του συνθήκες. Πάντως ο Επικράτης αθωώθηκε, ίσως γιατί η μερίδα των βοιωτιαζόντων, στην οποία ανήκε, διατηρούσε ακόμη πολιτική επιρροή. Αργότερα, την εποχή της κυριαρχίας των λακωνιζόντων, καταδικάσθηκε σε θάνατο -γεγονός στο οποίο αναφέρεται ο Δημοσθένης.

Advertisements
This entry was posted in ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε! Σχόλια στα σκουπίδια των greeklish διαγράφονται άμεσα.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s